ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ ΜΑΣ

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ ΜΑΣ

Ο Έλληνας πιστεύει στην εξυπνάδα του, όπως ο Νάρκισσος στην ομορφιά του, χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι η ζωή σήμερα είναι θολά νερά σε μια αγριεμένη θάλασσα.

Σ’ αυτή τη δύσκολη ζωή κρατούσε, γενεές επί γενεών, μια παράξενη στάση. Χωρίς να αντιλαμβάνεται τις βλαπτικές συνέπειες, οδηγηθήκαμε σήμερα, στο αναμενόμενο τέλμα, σε μια αναμενόμενη εθνική αλλοίωση, με απρόβλεπτες επιπτώσεις.

Η ελληνική κοινωνία βουλιάζει και είμαστε όλοι υπεύθυνοι. Η Ελλάδα από δωρητής πνεύματος που ήταν, μετατράπηκε σε οφειλέτη από κορυφής μέχρις ονύχων οικονομικώς στους τοκογλύφους και καιροσκόπους της διεθνούς χρηματιστηριακής αγυρτείας. Και πάντα δική μας ευθύνη και υπαιτιότητα. Ο Έλληνας έχει εξυπνάδα, αλλά του λείπει η εξυπνάδα να την αξιοποιήσει. Και κάνει μόνο τον έξυπνο. Θεωρεί σαν εξυπνάδα την εξαπάτηση, την επιτυχία με πλάτες άλλων και χωρίς προσόντα. Κατ’ αυτόν ο έξυπνος δεν εργάζεται, «τα βολεύει». Έτσι μεταβάλλεται σε θύμα των κάθε λογής ,επιτήδειων και προσαρμόζεται σε μια κοινωνία σήψης και διαφθοράς.

Η ελληνική ευφυΐα ,παλαιότερα, όταν λειτουργούσε σωστά, έκανε τους Έλληνες να μεγαλουργήσουν. Σήμερα μετεβλήθη η ευφυΐα αυτή σε κοινωνική πληγή, μεταβάλλοντας έναν ολόκληρο λαό καταγέλαστο και παράδειγμα προς αποφυγή. Μεταχειρίσθηκε ο Έλληνας την εξυπνάδα του «άστοχα» και στα στραβά για να ξεγελάσει τους  άλλους, για να ξεφεύγει από ευθύνες, να μη σέβεται τίποτα και κανέναν ούτε και τους πιο στοιχειώδεις κανόνες της κοινωνικής του συμπεριφοράς. Σήμερα φθάσαμε στην αρχή του τέλους. Σαν λαός προχωράμε σε ένα μέλλον που μας επιφυλάσσει εκπλήξεις. Υποτιμήσαμε τους πάντες και τα πάντα. Τους αποκαλέσαμε «κουτόφραγκους», παρόλα αυτά όμως τους αντιγράψαμε με τον χειρότερο τρόπο, κάνοντας τα εύθυμα γελοία και τα ρεαλιστικά χυδαία. Χρησιμοποιούμε κατά κόρον τη λέξη «αμερικανάκι» με την έννοια του ανόητου και δεν έχουμε αφήσει απολύτως τίποτα από την κακογουστιά και τη ρηχότητα του αμερικάνικου τρόπου ζωής.

Η πνευματική μας μυωπία δεν αφήνει να δούμε ότι η ευφυΐα δεν κληρονομείται, αλλά δημιουργείται. Και η δική μας μαραίνεται από τη στιγμή που την κάναμε ατσιδοσύνη, επιτηδειότητα και καπατσοσύνη. Προ αρκετών χρόνων φιλοδοξούσαμε να μπούμε στο χώρο των ανεπτυγμένων κρατών. Τα καταφέραμε, κουτσά στραβά. Από τότε όμως, ουδέποτε τα καταφέραμε να κάνουμε σωστές εκτιμήσεις  του εαυτού μας. Οι διαφορές και οι ελλείψεις μας ως λαού έγιναν εντονότερες ,καταδείχνοντας πόσο μας λείπουν η κοινωνική αγωγή και η κοινωνική ευθύνη των «συνεταίρων μας». Πιστέψαμε ότι θα «τα οικονομήσουμε» εις βάρος του συνόλου. Και δημιουργήσαμε την κοινωνία της απληστίας. Βουτηγμένοι στα χρέη, στο άγχος της απληστίας και της αβεβαιότητας, το ρίξαμε στο «δε βαριέσαι», σαν μια στιγμιαία ανακούφιση. Και έγινε αυτό το «δε βαριέσαι» σύνθημα και φυγή από τα προβλήματα. Εγινε τροφή με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα εξασφαλίσει την οικογενειακή του γαλήνη, την καφενειακή του ηρεμία και ταβερνιακή του απόλαυση. Με δανεικά.

Ο Νεοέλληνας συμπεριφέρεται συχνά σαν τη στρουθοκάμηλο. Όπως αυτή κρύβει το κεφάλι της στην άμμο, για να κρυφτεί έτσι και αυτός κραυγάζει και ωρύεται για τα «κεκτημένα του» αποφεύγοντας να απαντήσει πώς τα απέκτησε. Δεν έχει τίποτε άλλο να πει γιατί είναι «άδειος» και συνένοχος, με τους… φυλάρχους του. Δεν ανήκει σε καμία πρωτόγονη φυλή ο πολίτης Νεοέλληνας, είναι ενήλικος και συμμέτοχος στο… διαμερίσατε τα (κρατικά) ιμάτιά μου και ο… φύλαρχος δεν κοπίασε και πολύ για να εξαγοράσει την πίστη του, την ψυχή του, την ύπαρξή του με αντάλλαγμα… θαυμαστά καθρεφτάκια (ψήφους, φακελάκια). Ήρθε η ώρα των δανειστών. Τα κεφάλια μέσα. Η διαφθορά και η σήψη της ελληνικής κοινωνίας έρχονται να καταπλήξουν με την πρωτοτυπία τους τον κόσμο όλον.

Όλα αυτά υποκριτικά δικαιολογούνται με την επίκληση «ο λαός υποφέρει». Και να οι επαγγελματίες μπουκαδόροι, να οι επαγγελματίες εργατοπατέρες, που ζουν πλουσιοπάροχα, μέσω των κομματικών γραφείων εργασίας ,να οι λιμενεργάτες των 4 και 5.000 ευρώ το μήνα. Στις συζητήσεις του κόσμου δεν διακρίνεται αγανάκτηση ή έκπληξη, αλλά κυνισμός. Έτσι στην κοινωνία εδραιώθηκε η πεποίθηση ότι όλα μπορούν να συμβούν, όλα είναι θεμιτά, αρκεί που έχουν… μπάρμπα στην Κορώνη ,κι ας σε πιάσουν. Η φοροκλοπή, το ρουσφέτι, το φακελάκι, η εξαγορά δημόσιων λειτουργών, δικαστικών αποφάσεων, δημόσιων προμηθειών, δημόσιων θέσεων. Ο παράνομος πλουτισμός σε όλους τους τομείς, σε όλες τις καταστάσεις στη δημόσια και την ιδιωτική καθημερινότητα, από ποιον λαό έγιναν; Η φτώχεια δεν αποτελεί τεκμήριο αθωότητας, σε καμία απολύτως περίπτωση. Στα δάση ,στις ρεματιές και στις παραλίες δεν κτίζονται μόνον αυθαίρετες βίλες πλουσίων, αλλά πολλαπλασίως κτίστηκαν και αυθαίρετα του λαού ,που φύτρωσαν σαν μανιτάρια. Η διαφθορά ανέβηκε σαν σκουπίδι στον αφρό, βρίσκεται παντού, απ’ άκρου σ’ άκρον, της ελληνικής επικράτειας.

Αν υποθέσουμε ότι εμφανίζεται ο από μηχανής θεός «ήρωας», «ηγέτης», και αναλαμβάνει το δύσκολο έργο που του αναθέσαμε. Εμείς τι θα κάναμε; Θα φοροδιαφεύγαμε, θα πετάγαμε τα σκουπίδια όπου βρούμε ,θα καταπατάγαμε τα καμένα δάση και τις παραλίες και μετά θα κατηγορούσαμε τον ηγέτη, ότι δεν μας έσωσε όσο περιμέναμε; Η Δημοκρατία δεν παρέχει ψάρια, αλλά μαθαίνει στο κοινωνικό σύνολο να ψαρεύει. Κάποτε πρέπει να πάψουμε να είμαστε ο λαός που κατά το Σολωμό, είναι «πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος».

Το αποτέλεσμα της υψηλής επιτήρησης από τους δανειστάς μας, είναι και η αρχή ενός τέλους, μιας περιόδου αρρωστημένης από… «καρκινογόνες ουσίες». Σε έναν πόλεμο υπάρχουν νεκροί , τραυματίες και επιζώντες.
Ζωή σε λόγου μας!

Διά χειρός
Γιώργου Κουβάτσου