Ο ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Ο ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Εχθρός του ανθρώπου και της κοινωνίας

Από τη στιγμή που θα πει κανείς, προκειμένου για τις υποθέσεις του κράτους  τι με ενδιαφέρει, μπορούμε να υπολογίσουμε ότι έχει γίνει το πρώτο βήμα για την παρακμή του κράτους αυτού. Κάποιος το είπε. Σύμφωνα με τον ορισμό του θείου μας Αριστοτέλη «για να έχει κάποιος το δικαίωμα να φέρει τον τίτλο του πολίτη και να λογίζεται οργανικό μέλος μιας κοινωνίας πρέπει τα ενδιαφέροντά του να μην στρέφονται αποκλειστικά και μόνον, γύρω από το ατομικό του συμφέρον, αλλά να επεκτείνεται ευρύτερα μέσα στο κοινωνικό συμφέρον». Ο δε άλλος μεγάλος συγγενής μας κι αυτός, ο Περικλής, τόνιζε ότι δεν θεωρούμε φιλήσυχο, αλλά άχρηστο αυτόν που δεν ασχολείται με τα κοινά.

Είναι  λοιπόν άχρηστος και επικίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο όποιος αδιαφορεί για την κοινωνία και στερεί από αυτήν την δημιουργική του παρουσία. Είναι σαν τα υπερτροφικά κύτταρα που διογκώνονται συνεχώς και μεταβάλλονται σε καρκινώματα του οργανισμού. Οι άνθρωποι από την γέννησή τους ποτέ δεν έζησαν σαν μονάδες, αλλά πάντοτε σαν νομάδες. Είμαστε άνθρωποι όταν γινόμαστε συνάνθρωποι. Τώρα όμως γεννάται το εύλογο ερώτημα και απορία. Τότε υπήρχαν οι άνθρωποι που έχτιζαν τους Παρθενώνες και τους πολιτισμούς, που έγιναν φάροι καθοδήγησης για όλην την ανθρωπότητα. Άρα αυτοί οι άνθρωποι είχαν και και δικαίωμα να απαιτούν και να προτρέπουν συμμετοχή στα κοινά από τους πολίτες, της τότε κοινωνίας. Σήμερα όμως ποιος τολμάει από τους σημερινούς πολιτικούς, να απαιτήσει κάτι παρόμοιο περί συμμετοχής στα κοινά ή να κατηγορήσει τον πολίτη που δεν συμμετέχει, για αδιαφορία; Όταν οι περισσότεροι από τους πολιτικούς μας δυστυχώς  συναγωνίζονται ποιος θα αρπάξει περισσότερα από το κράτος, κοροϊδεύοντας τους πολίτες, εκμεταλλευόμενοι τις κοινωνικές του ανάγκες. Παρ’ όλα αυτά όμως κυρίες και κύριοι αναγνώστες, φίλοι και άφιλοι, γνωστοί και άγνωστοι επώνυμοι και ανώνυμοι, εμείς σαν Έλληνες έτσι όπως είμαστε ή μας κατάντησαν σήμερα, δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε τη μάχη. Το έχουμε στο αίμα μας. Μας καθοδηγεί το προϊστορικό μας DNA και μας στρέφει ενστικτωδώς άλλους έμμεσα κι άλλους άμεσα, ανάλογα πώς σκέπτεται ο καθένας, στα κοινά μας, είτε πολιτικά, είτε αθλητικά, κλπ. Και λέμε και κάνουμε, και βρίζουμε  και αγανακτούμε και αδιαφορούμε για τα γενόμενα δίπλα μας, αλλά κοιτάμε από τις κοινωνικές…κλειδαρότρυπες και ενημερωνόμαστε, επί παντός επιστητού. Ο καθένας βέβαια με τον τρόπο του. Άλλοι γράφουν, άλλοι διαβάζουν, άλλοι βρίζουν, άλλοι βλέπουν και καμώνονται ότι δεν τους ενδιαφέρει ό,τι γίνεται γύρω τους, άλλοι πετούν μπογιές, γιατί τις είχαν περίσσευμα, κι άλλοι βιαιοπραγούν γιατί έχουν υπέρμετρη αδρεναλίνη

Βιώνουμε το μεγάλο μας Τσίρκο, με τους κλόουν και τα άγρια θηρία, δεκαετίας 1960. Ο φανατισμός και η αδιαφορία, είναι από τις κύριες πληγές ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι κατά συνέπεια καταστρεπτικά για τους πολίτες της χώρας που κυβερνάται με δημοκρατικό πολίτευμα και διαδικασίες, καθώς και για τα μέλη ενός συνδικαλιστικού ή αθλητικού ή εκπολιτιστικού ή ό,τι άλλο θέλει, σωματείου, συλλόγου, κοινότητας, ομάδας κλπ. Ο φανατισμός και η αδιαφορία, σαν έννοιες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους. Τα αποτελέσματα όμως, που απορρέουν από αυτές, είναι τα ίδια και τα αυτά. Κατακερματισμός, αποδυνάμωση, απομόνωση του συνόλου και καχυποψία, μίσος και συκοφαντία του ατόμου. Λέμε ότι είναι δύο τελείως αντίθετες έννοιες, γιατί η μεν πρώτη εκφράζει τον υπέρμετρο ζήλο για κάποια συμμετοχή κάπου ή ακόμη για την επιβολή μιας γνώμης, σκέψης, ιδέας, η δε άλλη εκφράζει την υπέρμετρη αποχή από τα συμβάντα στο γύρω χώρο. Θα σταθούμε σε κάθε μια ξεχωριστά απ’ αυτές τις έννοιες, καθώς και στους θιασώτες τους (οπαδούς, χειροκροτητές). Από την ιστορική του σκοπιά ο φανατισμός πρωτοσυναντάται και πρωτοστατεί κυρίως στη θρησκεία, στην υπεράσπιση και την επιβολή της με πολέμους, βίες και άλλα συναφή.

Σήμερα χρησιμοποιείται (το ρήμα δεν είναι τυχαίο), για να εκφράσει την τυφλή προσήλωση σε μια ιδέα, σ’ ένα πολιτικό κόμμα, σε μια πολιτική παράταξη, σε μια αθλητική ομάδα, ακόμα και σε ένα ζωντανό είδωλο, παράγωγο των καλλιτεχνιών. Αυτό που αφορά εμάς, σήμερα, εδώ σ’ αυτά τα ψυχρά μέρη, που ζούμε κι αναπτυσσόμαστε και μας καίει ιδιαίτερα, είναι ο πολιτικός φανατισμός, του οποίου είμαστε, δυστυχώς βέβαια, άλλοτε συμμετέχοντες κι άλλοτε θεατές/μάρτυρες, ανήμποροι να επέμβουμε στους υποδαυλισμούς άλλων. Κι αυτό η μη ακαριαία επέμβαση και αποτροπή των προκλήσεων του φανατισμού, έχει τις αιτιάσεις και τις δικαιολογίες του, που καλά θα είναι να αναλυθούν  κάποτε. Στην εποχή μας η παραγωγή του φανατισμού γίνεται με επιστημονικό, θεωρητικό τρόπο. Ορισμένες ιδεολογίες και οι εκφραστές τους, κόμματα κυρίως, έχουν αναγάγει τον πολιτικό φανατισμό στα στελέχη τους και οπαδούς τους, σαν βασική προϋπόθεση για την πολιτική τους επιβίωση. Ξεφεύγουν μ’ αυτόν τον τρόπο από το μέτρο του πάθους αυτού, τα μέλη, οι οπαδοί, οι πολίτες. Κι από προσήλωση λογική, στο πολιτικό τους όραμα ή στην πολιτική τους παράταξη έχουμε την οργή, κι αντί για πολιτική δράση θετική, έχουμε την πολιτική αντίδραση, αρνητική, (εκφραζόμενη με μπογιές, βιαιοπραγίες κλπ.). Έτσι βλέπουμε  ότι στον φανατισμό, δεν υπάρχει λογική, υπάρχει μόνον οργή και μίσος, δεν υπάρχει δράση, υπάρχει αντίδραση, μόνον καταστροφική. Με αυτόν τον τρόπο τα αποτελέσματα  που επακολουθούν και γινόμαστε μάρτυρες, είναι κάθε άλλο παρά θετικά. Τα βλέπουμε στις ημέρες μας, γύρω μας, μεταξύ μας.

Ας υποθέσουμε ότι η ιδέα των μεν, οι προβληματισμοί τους, οι σκέψεις τους, οι απόψεις τους και τέλος οι προτάσεις τους, είναι συζητήσιμες, γιατί έχουν μια λογική βάση. Ο τρόπος όμως, η τακτική που ακολουθούν και που διαπνέεται από αδιαλλαξία και φανατισμό, το μόνο που καταφέρνουν, είναι μια κούφια, αψυχολόγητη, αδικαιολόγητη, απροσάρμοστη στο περιβάλλον (σχολείο), φανατισμένη μετάδοση, στους φίλους, στους οπαδούς, στα παιδιά τους (που κι αυτά αύριο θα κάνουν ίσως, τα ίδια και χειρότερα), στα μέλη τους, που γίνονται μάρτυρες μιας  κοινωνικής…χαβούζας (κοινώς βόθρου). Η θέση μας είναι ότι και οι μεν και οι δε (για το σχολείο εννοούμε) αποτελούν όνειδος και ρεζίλι του Ελληνισμού για την εδώ κοινωνία που μας έχει περιμαζέψει και μας φιλοξενεί. Η δε ψυχρότητα μεταξύ των απόδημων Ελλήνων, να διαιωνίζει το χάσμα, των απόψεων και να τροφοδοτούνται τα σχίσματα (παντός είδους), να μονιμοποιούνται οι παραγοντίσκοι και οι παραφυάδες τους, σαν δήθεν, μοναδικοί, δυσαναπλήρωτοι, αλάθητοι, οι λαϊκοί, οι καταλληλότεροι, για τις οποιεσδήποτε θέσεις, όπως βαυκαλίζονται, του απόδημου Ελληνισμού του κοινωνικού, του πολιτικού είτε εν Ελλάδι (με πολύ λάδι) είτε στον εδώ χώρο (χωρίς λάδι, στεγνό). Επειδή αυτές οι έννοιες, όπως όλες εξάλλου, δεν εφαρμόζονται σ’ άλλον πλανήτη, παρά μόνον στον δικό μας, απ’ ότι μέχρι στιγμής γνωρίζουμε και για να μη τις αφήνουμε… μετέωρες, αν τις προσγειώσουμε, κάπου  στη γη, στη χώρα που ζούμε, κοντά μας, γύρω μας, στις κοινότητές μας, στους συλλόγους μας, στους μαζικούς, γενικά, φορείς του Ελληνισμού, θα διαπιστώσουμε δυστυχώς, ότι κάνουν… ομαλή προσγείωση. Και μας εμποτίζουν αυτές οι έννοιες, με… χολή και ύδωρ, μη πόσιμο και μπογιές. Και μας οπλίζουν τα χέρια με παντός είδους αντικείμενα βίας. Και μας τρέφουν την σκέψη με αυθαιρεσίες  και επιλογές ετσιθελικές (αυτοί που η ονομαστική αξία της μόρφωσής τους, είναι υπό κοινωνική αμφισβήτηση και χωρίς κοινωνικό αντίκρυσμα, με σκαμπανεβάσματα, όπως η ονομαστική αξία του χαρτονομίσματος στο χρηματιστήριο). Αυτά όλα είναι που μας καθοδηγούν σήμερα.

Ένας ουδέτερος παρατηρητής, ίσως διερωτώνταν, «Μα, δεν έχουν  κανένα κοινό σημείο αυτοί οι άνθρωποι; Δεν προέρχονται από την ίδια χώρα; Δεν εκδιώχθησαν από τις ίδιες αιτίες περίπου; Και εκ τούτου θα έπρεπε να μάχονται όλοι αυτοί, σαν ΕΝΑΣ; Εάν όμως έκανε αυτήν την ενδόμυχη (απόκρυφη, μυστική) ερώτηση, ο παρατηρητής αυτός, εμείς θα του απαντούσαμε κάπως «λακωνικά» (καθ’ ότι Λάκωνες). Ότι «ο φανατισμός δεν γεννιέται με τον άνθρωπο, αλλά εμφυσείται σ’ αυτόν, από άλλους δυνατότερους, πνευματικά, έχοντας ευφυίαν πονηράν, ατομική και αντικοινωνική. Και χρησιμοποιούν αυτούς τους ασθενέστερους σαν πιόνια στην κοινωνική σκακιέρα, σαν μαριονέτες ή σαν φερέφωνα για το δικό τους ή κομματικό τους, απόλυτο συμφέρον. Γι αυτό κατά την γνώμη μας, η μεγαλύτερη προσβολή και όνειδος για τον άνθρωπο, είναι ο φανατισμός, είτε εκφράζεται με ανωνυμίες, είτε με επωνυμίες, είτε αρνήσεις, οχυρωμένες πίσω από καθ’ υπαγόρευσιν αλήθειες, βάσει των οποίων ο έχων αντίθετη άποψη και γνώμη από τη δική μου, καρατομείται, χλευάζεται…, χρωματίζεται, ανάλογα τι χρώμα, μας περισσεύει. Όσο κι αν προσπαθήσει να ερμηνεύσει κάποιος την κοινωνική σχιζοφρένεια που μας διέπει και μας διακρίνει, δεν θα τα καταφέρει ούτε με ψυχολογικές, ούτε με κοινωνικές, ούτε με πολιτικές ερμηνείες, να δώσει απάντηση λογική. Και θα αιωρούνται πάντοτε οι απορίες, του «γιατί τόσο μίσος προς τον καθρέφτη μας; Γιατί τόση απελπισία, τέτοια παράλυση σκέψης, γι αυτά που μας υπαγορεύουν άλλοι να κάνουμε για λογαριασμό τους;

ΕΙΡΗΝΗ ημίν, υμών, αμάν

Αυτόχειρ

Γιώργος Κουβάτσος