Ελληνική Πολιτιστική Στέγη Στοκχόλμης (2001), μέρος 1ον

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΣΤΕΓΗ ΣΤΟΚΧΟΛΜΗΣ

Πρόλογος

Διατρέχουμε την τρίτη δεκαετία από τότε που η Ελληνική παροικία στη Στοκχόλμη απέκτησε ένα ιδιόκτητο κτίριο στο κέντρο της πόλης και αναγράφεται σαν Ίδρυμα με την επωνυμία Ελληνική Πολιτιστική Στέγη. Η φιλοδοξία και η πρόθεση των πρώτων αποδήμων Ελλήνων στη Σουηδία ήταν ν’ αποκτήσουν μια ιδιόκτητη στέγη, που να χρησιμοποιείται για την προβολή του ελληνικού πολιτισμού όσο θα υπάρχουν πολίτες ελληνικής καταγωγής. Με τη πάροδο του χρόνου το Ίδρυμα Ελληνική Πολιτιστική Στέγη έγινε ένα μέρος της ιστορίας του μεταναστευτικού ελληνισμού στη Σουηδία.

Παρ’ όλον όμως που το Ίδρυμα αυτό προορίζονταν να γίνει, στην πρωτεύουσα της Σουηδίας, το κέντρο των Ελλήνων μεταναστών, παραμένει επί κοντά τρεις δεκαετίες άγνωστο, προ παντός στην πλειοψηφία των Ελλήνων της δεύτερης γενιάς. Οι Έλληνες που κατέλαβαν διάφορες θέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της Πολιτιστικής Στέγης παρουσίαζαν κατά καιρούς συγκεχυμένες εκδοχές ως προς την προέλευση, τους σκοπούς, την ευθύνη της διαχείρισης και ως προς την ιδιοκτησία της περιουσίας του Ιδρύματος. Ο εκάστοτε αρμόδιος δηλαδή διέδιδε ή μετέφερε προς τα έξω την προσωπική του εκδοχή και όλοι μαζί συνέβαλλαν στη σύγχυση και την αδιαφορία που επικρατεί σε ό,τι αφορά τη διαχείριση και συντήρηση των κτιρίων του Ιδρύματος.

Στο παρόν έντυπο παρουσιάζω το ιστορικό της απόκτησης των κτιρίων και το πώς δημιουργήθηκε το Ίδρυμα Ελληνική Πολιτιστική Στέγη. Η περιγραφή βασίζεται σε στοιχεία που προκύπτουν από το Αρχείο με την πάροδο των χρόνων που περιλαμβάνει πολλές χιλιάδες έγγραφα. Μερικά γεγονότα τεκμηριώνονται με φωτοτυπίες παρμένες από τα πρωτότυπα του Αρχείου και αφορούν αδιάσειστα βασικά στοιχεία τα οποία παρά τη σαφήνεια διαστρεβλώνονται, είτε από αμάθεια είτε από κακή πρόθεση. Και για όποιον επιθυμεί να τα μελετήσει λεπτομερώς υπάρχει η δυνατότητα ν’ ανατρέξει στο Αρχείο του Ιδρύματος.

Ο σκοπός αυτού του εντύπου, εκτός της πληροφόρησης για το περιουσιακό αυτό στοιχείο που ανήκει στην ελληνική παροικία, είναι και η ελπίδα της αφύπνισης των Ελλήνων μεταναστών της Σουηδίας γι’ αυτό το κτίριο, ώστε να μείνει και στο μέλλον σαν Κέντρο προβολής του Ελληνικού Πολιτισμού. Διαφορετικά η αποτυχία διατήρησης του Ιδρύματος Ελληνική Πολιτιστική Στέγη θ’ αποτελέσει μομφή για τους Έλληνες στη Σουηδία που θα έχουν μ’ αυτόν τον τρόπο αποκαλύψει την έλλειψη της απαιτούμενης δημοκρατικής υποδομής στις ελληνικές μεταναστευτικές οργανώσεις, για τη διοίκηση ενός Ιδρύματος, με αξιώσεις ν’ αποκαλείται Ελληνικό Πολιτιστικό Ίδρυμα.

Στοκχόλμη, Νοέμβριος 2001
Αλέξανδρος Φράγκος

Η προέλευση του κτιρίου

Το οίκημα χτίστηκε το έτος 1906 από μια χριστιανική αίρεση, από τις πολλές αιρέσεις που ιδρύθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Η αίρεση αυτή ξεκίνησε από τη Βιέννη όπου υπήρχε και το διοικητικό κέντρο και οι οπαδοί ήταν κυρίως εκχριστιανισθέντες Εβραίοι, γι’ αυτό η ονομασία της αίρεσης ήταν Israel Mission. Η αίρεση είχε πολλούς οπαδούς προ παντός στη Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη.

Το οίκημα στη Στοκχόλμη αποτελείται από δύο κτίρια που χωρίζονται μεταξύ τους από μία αυλή. Το εσωτερικό κτίριο έχει δέκα κατοικίες που χρησιμοποιούνταν για τη στέγαση του προσωπικού της θρησκευτικής αίρεσης. Το κτίριο επί του δρόμου με επιβλητική αρχιτεκτονική και πρόσοψη από αμμόπετρα έχει διακόσμηση με βιβλικές παραστάσεις και με ένα σταυρό στη σκεπή. Η αίθουσα στο τρίτο πάτωμα ήταν διακοσμημένη για χριστιανικό ευχετήριο χώρο.
Γι’ αυτό εσφαλμένα αναφέρεται ότι το κτίριο ήταν αρχικά Εβραϊκή Συναγωγή, και μάλιστα ότι μερικοί είχαν και προσωπική συνάντηση με τον Ραβίνο της Συναγωγής. Η όλη εξωτερική εμφάνιση του κτιρίου αποκαλύπτει ότι χτίστηκε για να χρησιμοποιηθεί σαν οίκος χριστιανικής λατρείας.
Ιστορικά, οι οπαδοί της θρησκευτικής αυτής αίρεσης, είχαν την ίδια τύχη με τους χριστιανούς στην περίοδο της τουρκοκρατίας στα Βαλκάνια, όταν πολλοί χριστιανοί αποδέχονταν τον ισλαμισμό, και μόνο για ν’ απαλλαγούν από τις διώξεις του κατακτητού. Η πεποίθηση ότι θα εφρόντιζαν να κατηχήσουν τα παιδιά και εγγόνια τους στην θρησκεία των προγόνων τους παρέμενε ευσεβής πόθος.

Με τη πάροδο μερικών γενεών επέρχονταν η τελεία προσάρτηση στη νέα θρησκεία που οι πρόγονοί των είχαν αποδεχτεί. Στην καλύτερη περίπτωση παρέμενε ένας μικρός αριθμός με την αμυδρή γνώση της θρησκευτικής των προέλευσης, οι καλούμενοι κρυπτοχριστιανοί. Κατά πάσα πιθανότητα το ίδιο συνέβη και με τους οπαδούς της αίρεσης Israel Mission. Στη Σουηδία απ’ ό,τι είναι γνωστό είχαν εκχριστιανισθεί απ’ τις αρχές του 19ου αιώνα και μέχρι τη δεκαετία του 1930 ένα μεγάλο μέρος των Εβραίων.

Μια ανέλπιστη δωρεά

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η προσέλευση νέων μελών στην αίρεση Israel Mission μειώθηκε σημαντικά. Στη δεκαετία του 1970 αποφασίστηκε η απόλυτη ένταξη αυτής της αίρεσης στην Επίσημη Σουηδική Εκκλησία. Η διαχείριση της περιουσίας είχε ανατεθεί τότε στην οργάνωση Svenska Kyrkans Mission, υπό ορισμένους όρους σε ό,τι αφορούσε τα κτίρια επί της οδού Idungatan στη Στοκχόλμη.

Η επιθυμία και απόφαση των αρχικών ιδιοκτητών ήταν να καταβληθεί κάθε προσπάθεια ώστε τα κτίρια να μεταβιβαστούν σε κάποια οργάνωση που θα εγγυάται μελλοντικά τη χρησιμοποίηση των κτιρίων για κάποιο θεάρεστο σκοπό. Αυτό μου έγινε τυχαία γνωστό από έναν Επίσκοπο της Σουηδικής Εκκλησίας ο οποίος προφανώς διέκειταν γενικά φιλικά προς τον ελληνισμό. Αυτός με παρότρυνε να συστήσουμε μια Επιτροπή σαν εκπρόσωποι των Ελλήνων αποδήμων και να παρουσιάσουμε τα επιχειρήματα που του είχα αναφέρει, και που κατά ένα μεγάλο μέρος ήταν σωστά, δηλαδή ότι η Ελληνική παροικία στη Στοκχόλμη είναι κατ’ εξοχήν χριστιανική, αποτελείται στην πλειοψηφία από νέους μετανάστες με διαρκώς αυξανόμενο αριθμό μικρών παιδιών, και με έλλειψη χώρων για παιδικούς σταθμούς, κατηχητικά σχολεία, διδασκαλία της μητρικής γλώσσας και για πολλές άλλες πολιτιστικές δραστηριότητες που οι ελληνικές μεταναστευτικές οργανώσεις χρειάζονταν ν’ αναπτύξουν.

Τότε στράφηκα σε δύο προσωπικούς μου φίλους, τον Δημήτριο Νταλιάνη και τον Δημήτριο Μεράκο με την πρόταση να παρουσιαστούμε σαν μια Επιτροπή στους αρχικούς ιδιοκτήτες των κτιρίων, και να πούμε ότι είμαστε ενδιαφερόμενοι αγοραστές για λογαριασμό των Ελλήνων της παροικίας. Κατά την πρώτη επίσκεψή μας αναφέραμε ότι όλοι μας θα ήμασταν ευγνώμονες, αν αποκτούσαμε το οίκημα σε μια ευνοϊκή τιμή και φυσικά αναφέραμε ότι το αντίτιμο, όποιο κι’ αν αυτό ήταν, δεν το είχαμε να το προκαταβάλλουμε και ότι θα έπρεπε να πληρωθεί με μακροπρόθεσμες δόσεις που θα προέρχονταν από εισφορές και εράνους μεταξύ των μελών της Ελληνικής παροικίας. Προφανώς η εντύπωση που σχημάτισαν ήταν ότι η Ελληνική παροικία της Στοκχόλμης ήταν άξια υποστήριξης και ότι πράγματι πληρούσε τους όρους των αρχικών ιδιοκτητών.

Σε μια από τις συναντήσεις μας είχαν έτοιμο το συμβόλαιο πώλησης έναντι του εικονικού ποσού 1,2 εκ. κορ. που ήταν ένα τραπεζιτικό δάνειο από την εποχή που χτίστηκε η οικοδομή, και το οποίο δάνειο δεν χρειάζονταν να εξοφληθεί παρά όποτε στο μέλλον θα είχαμε τη δυνατότητα. Εννοείται πως αυτό ήταν μια ανέλπιστη δωρεά. Η αξία αυτών των κτιρίων σύμφωνα με τέσσερις εκτιμήσεις σε διάστημα είκοσι ετών, κυμαίνεται μεταξύ 9 και 16 εκατ. κορώνες. Η μεγαλύτερη προσφορά που έγινε ποτέ στο παρελθόν από υποψήφιους αγοραστές της ελεύθερης αγοράς ήταν 22 εκατ. κορ. Μια δωρεά αυτού του ύψους μπορούσε να γίνει μόνο από έναν πλούσιο δωρητή. Εκείνη την εποχή όμως οι Έλληνες της Σουηδίας ήταν απόδημοι πρώτης γενιάς εργαζόμενοι κυρίως στη βιομηχανία με χαμηλό ημερομίσθιο. Οι αρχικοί ιδιοκτήτες, τα μέλη του IsraeIs Mission, που είναι οι δωρητές του κτιρίου δεν πήραν ποτέ κάποια αναγνώριση για τη καλή τους πράξη. Ασφαλώς θα το περίμεναν πρώτα για την προσωπική τους ικανοποίηση και έπειτα για να δικαιολογήσουν συλλογικά την απόφαση αυτής της δωρεάς.

Ποιος ο Νόμιμος Ιδιοκτήτης

Δικαιολογημένα θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία που η Ελληνική Παροικία αποκτούσε ιδιόκτητο κτίριο στο κέντρο της πόλης με κατάλληλες αίθουσες για κοινές συγκεντρώσεις. Αυτό όμως που θεωρήθηκε στην αρχή σαν μεγάλη επιτυχία, πολύ γρήγορα παρουσίασε το πρώτο μεγάλο πρόβλημα. Ο τρόπος δηλαδή που θα γινόταν η νομική μεταβίβαση από τον αρχικό ιδιοκτήτη στο διάδοχο αγοραστή και ακόλουθα η καταγραφή του ακινήτου στο επίσημο Κτηματολόγιο του Κράτους. Αποδείχτηκε ότι υπήρχε μεν η βούληση της αποδοχής της δωρεάς του ακινήτου, αλλά δεν υπήρχε στην πραγματικότητα αποδέκτης. Τα επιχειρήματα που παρουσίασε η καλούμενη Επιτροπή των Ελλήνων Μεταναστών στις επαφές με τους αρχικούς ιδιοκτήτες του ακινήτου, τα περί οργανωμένης ελληνικής παροικίας στην πραγματικότητα δεν υφίσταντο. Με την κατάργηση το 1974 της επταετούς δικτατορίας στην Ελλάδα εξέλειψε ο κύριος στόχος του καλούμενου οργανωμένου ελληνισμού στη Σουηδία που ήταν η αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Το πρόβλημα που προέκυψε από την αρχή ήταν ποιος Μεταναστευτικός Ελληνισμός ήταν σε θέση ν’ αναλάβει την ιδιοκτησία και φυσικά την διαχείριση και αξιοποίηση των κτιρίων.

Η Ελληνική Κοινότητα Στοκχόλμης που ήταν κάποτε ο πρώτος Ελληνικός Σύλλογος στη Σουηδία με 2.000 μέλη θα μπορούσε ν’ αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Αυτός όμως ο Σύλλογος, που κατόπιν μετονομάστηκε Κοινότης, με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, είχε μεταβληθεί σε κέντρο ζυμώσεων των διάφορων πολιτικών κομμάτων. Σταδιακά μειώθηκε ο αριθμός των μελών της Κοινότητος στο ένα δέκατο του αρχικού, και οι Έλληνες μετανάστες κουρασμένοι από τις ακατανόητες διενέξεις των πολιτικών παρατάξεων, απομακρύνθηκαν για πάντα από κάθε ελληνικό συλλογικό όργανο και απέτρεψαν και τα παιδιά τους ν’ ασχολούνται με οτιδήποτε Ελληνικό.

Μερικοί ίδρυσαν νέους περιφερειακούς Συλλόγους, που με τα χρόνια κατέληξαν σε ελληνικά επαρχιακά καφενεία.

Κανένας απ’ αυτούς τους Ελληνικούς Συλλόγους δεν ήταν αρκετά αντιπροσωπευτικός για τον απόδημο Ελληνισμό της Σουηδίας ώστε ν’ αναλάβει με πιθανότητες επιτυχίας την αξιοποίηση των κτιρίων του Ιδρύματος Ελληνική Πολιτιστική Στέγη.

Το Ελληνικό Σχολείο, το καλούμενο Σαββατιάτικο που ανέκαθεν είχε πολλές εκατοντάδες παιδιά σχολικής ηλικίας και οι γονείς των είναι οργανωμένοι σ’ έναν Σύλλογο, καλούμενο των Γονέων και Κηδεμόνων, θα ήταν πιθανώς ένας κατάλληλος φορέας για ν’αναλάβει τη αξιοποίηση του Ιδρύματος και τη διαχείριση των κτιρίων. Υπήρχε όμως και ένα άλλο σχολείο, της δίωρης διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας, με πολλούς δασκάλους έμμισθους της σουηδικής πολιτείας αλλά με λίγους μαθητές.

Αυτό το σχολείο εφέρετο με την επωνυμία σαν το Δημοκρατικό, σε αντίθεση με το Σαββατιάτικο που επί μερικά χρόνια δεν ήταν αποδεκτό με την αιτιολογία ότι ένα μέρος του διδακτικού προσωπικού ήταν δάσκαλοι απεσταλμένοι από την Ελλάδα. Μετά τη πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα προστέθηκε και μια τρίτη κατηγορία ελληνικής εκπαίδευσης με δασκάλους της Ακαδημίας. Αυτό ήταν μια καθαρά σουηδική επινόηση με την πρόθεση να δώσει τη δυνατότητα στους δασκάλους που η Πολιτεία είχε διορίσει ν’ αποκτήσουν τα τυπικά προσόντα ώστε να μπορούν ν’ ασκούν το επάγγελμα του δασκάλου, επειδή είχαν διορισθεί καθ’ υπόδειξη των Ελληνικών οργανώσεων χωρίς να ελεγχθούν τα προσόντα και οι ικανότητες των διορισθέντων.

Με τα χρόνια συνέφερε να ξεχαστεί η σχολική διαμάχη στη Στοκχόλμη. Για όσους όμως την θυμούνται, αποτελεί ειρωνεία ότι μέχρι σήμερα το Σαββατιάτικο Σχολείο, δηλαδή το αποκαλούμενο κάποτε χουντικό, είναι αυτό που επεκράτησε. Η σχολική διαμάχη πριν από εικοσιπέντε χρόνια, συνέπεσε χρονικά με την εποχή που το οίκημα της Πολιτιστικής Στέγης περιήλθε στην ιδιοκτησία του Ελληνισμού της Στοκχόλμης. Ο Σύλλογος των Γονέων και Κηδεμόνων δεν μπόρεσε αλλά ούτε και έδειξε ενδιαφέρον να χρησιμοποιήσει τις κενές αίθουσες στα δύο κτίρια του Ιδρύματος για τις ανάγκες της μαθητικής νεολαίας.

Το παράδοξο είναι ότι η τότε Ορθόδοξος Ενορία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου ήταν ένας Ελληνικός φορέας με καλή οργάνωση και με εκλεγμένο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο που θα μπορούσε να επωμισθεί την ευθύνη της διαχείρισης της Πολιτιστικής Στέγης. Για την ιστορική όμως αλήθεια θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία της Σκανδιναβίας με κέντρο τη Στοκχόλμη ήταν νεοσύστατη και η Αρχιεπισκοπή είχε να επιλύσει τότε το δύσκολο έργο της ανεύρεσης Ναών και ιερατικού προσωπικού για όλη τη χώρα που τότε δεν υπήρχαν. Αν η Εκκλησία ανελάμβανε τότε την ευθύνη της Πολιτιστικής Στέγης, υπήρχε ο κίνδυνος να εμπλακεί στις κομματικές διενέξεις των ελληνικών οργανώσεων της παροικίας και να διακινδυνεύσει σοβαρά το πρωτεύον και δύσκολο έργο της οργάνωσης της Εκκλησίας.

Σύντομα έγινε φανερό ότι από τους υπάρχοντας Ελληνικούς Συλλόγους και Οργανώσεις δεν θα έπρεπε να περιμένει κανείς καμιά εποικοδομητική ανάληψη ευθυνών. Οι ιδέες και προτάσεις που εισέρρεαν τότε από μερικούς ενθουσιώδεις ήταν τέτοιες που αφορούσαν την εξασφάλιση χώρων για τη στέγαση κάποιου Συλλόγου που οι ίδιοι ενδιαφέρονταν. Φυσικά δεν έλλειπαν και αυτοί που είχαν κατά νουν ιδιοτελείς σκοπούς και ενδιαφέρονταν μόνο για δικιά τους στέγαση στο εσωτερικό κτίριο που υπήρχαν δέκα κατοικίες.

Κοινό για όλους ήταν ότι ο καθένας εξηγούσε με το δικό του τρόπο ότι το οίκημα ήταν όλων των Ελλήνων της παροικίας και ως εκ τούτου είχαν όλοι δικαιώματα επ’ αυτού. Για μεγαλύτερη έμφαση μερικοί το αποκαλούσαν το Σπίτι του Λαού. Την αρχική ευφορία τη διαδέχτηκε μια αβεβαιότητα και σοβαρά συζητούνταν η εκδοχή αντί γενικής αποτυχίας μήπως θα ήταν λογικότερο να επιστραφεί το ακίνητο στους αρχικούς ιδιοκτήτες, φυσικά με την ταπεινωτική παραδοχή ότι είχαμε υπερεκτιμήσει τις οργανωτικές ικανότητες της παροικίας μας. Είχαμε μάλιστα επινοήσει και μια πρόφαση ιδεολογικής παραχώρησης προς όφελος της οργάνωσης Διεθνής Αμνηστία που εφέρετο τότε να διεκδικεί αυτά τα κτίρια.

Η εγγραφή στο Κτηματολόγιο του Κράτους

Αυτή την περίοδο είχαμε περιέλθει σε γενική αμηχανία, γιατί κανένας δεν μπορούσε να προσδιορίσει από ποιον Ελληνισμό θα χρησιμοποιούνταν το ακίνητο και ποιοι είχαν την απαιτούμενη οργάνωση για ν’ αναλάβουν την διαχείριση και την αξιοποίηση του ακινήτου. Τότε βρέθηκαν μερικοί φιλέλληνες Σουηδοί, με συγκεκριμένες προτάσεις. Κατ’ αυτούς ήταν αρκετό και σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς νομότυπο, ν’ αναγνωρίζονταν από τις Αρχές ένα Ελληνικό Ίδρυμα, με κάποια επωνυμία που ν’ αποκαλύπτει ότι έχει κοινωφελές σκοπό.

Στο ΔΣ να υπάρχουν πρόσωπα κοινής εμπιστοσύνης και όσο το δυνατό να εκπροσωπούν τις υπάρχουσες Ελληνικές Μεταναστευτικές Οργανώσεις. Ακόλουθα μας συνέστησαν να κάνουμε την ανακαίνιση των κτιρίων με κρατικά επιδοτούμενα δάνεια που εκείνο τον καιρό ίσχυαν ακόμη. Το εσωτερικό κτίριο που περιείχε δέκα κατοικίες ανήκε στην κατηγορία που δικαιούταν μακροπρόθεσμο επιδοτούμενο δάνειο και το κτίριο επί του δρόμου με την ιδιότητα του διατηρητέου Α’ κατηγορίας δικαιούταν τότε υψηλή επιδότηση συντήρησης, μέχρι τα 90% των γενικών εξόδων της ανακαίνισης. Αυτό όμως θα έπρεπε να γίνει το συντομότερο δυνατό γιατί από καιρό είχε κοινοποιηθεί η κατάργηση των επιδοτήσεων τόσο για τις οικοδομές με κατοικίες όσο και για τα διατηρητέα κτίρια. Έπρεπε να συντομευθεί η νομική αναγνώριση ενός Ιδρύματος που ακολούθως θα εφέρετο σαν ο αποδέκτης δωρεάς και φυσικά ιδιοκτήτης του ακινήτου, στο όνομα του οποίου θα αιτούνταν και κατ’ ελπίδα θα εγκρίνονταν τα δάνεια και οι τεχνικές άδειες ανακαίνισης. Η προκαταρκτική αυτή δουλειά ήταν πολύκοπος και θα εστοίχιζε περί τις 800 χιλ. κορ., αν αναθέτονταν η όλη διεκπεραίωση της μελέτης σε κάποιο τεχνικό γραφείο κατ’ αποκοπή.

Στη νομική διαδικασία μάς βοήθησε τότε μια φιλέλλην δικηγόρος που με εξαίρεση των εξόδων για τα χαρτόσημα και τις σφραγίδες έκανε όλη τη δουλειά αμισθί. Χωρίς την συμπαράσταση αυτής της δικηγόρου δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν ούτε η νομική αναγνώριση του Ιδρύματος ούτε η περιουσιακή μεταβίβαση του ακινήτου από την Ενορία που νομικά είχε ως τότε την κυριότητα του ακινήτου. Τα δικηγορικά έξοδα ήταν υψηλά και δεν υπήρχαν χρήματα ούτε ήταν εύκολο να περισυλλεχτούν. Δεν χρειάζεται να ειπωθεί ότι κι’ αυτή ήταν μεταξύ αυτών που προσέφεραν εθελοντική δουλειά στον Ελληνισμό της Στοκχόλμης χωρίς ποτέ να πάρει αναγνώριση για τη δουλειά που προσέφερε. Καλέστηκαν τότε σε κοινή συνεδρίαση η Ομοσπονδία και όλες οι Ελληνικές μεταναστευτικές οργανώσεις που υπήρχαν τότε. Συνολικά επτά μαζί με τον Κυπριακό Σύλλογο.

Σκοπός της συνεδρίασης ήταν η χάραξη κοινής στρατηγικής και η σύνταξη ενός Καταστατικού του Ιδρύματος ώστε να φαίνεται στις Αρχές της Πολιτείας ότι το Ίδρυμα που αναγράφονταν Ελληνικό είχε την υποδομή του σ’ όλη την Ελληνική παροικία. Στις 7 Μαΐου 1980 κατατέθηκαν τα αιτιολογικά και οι σκοποί του Ιδρύματος στην Κρατική Υπηρεσία KammarkoIegiet, που έχει την υψηλή εποπτεία των Ιδρυμάτων, και στις 16 Μαΐου κατατέθηκε το Καταστατικό του Ιδρύματος προς έγκριση. Στις 14 Αυγούστου του ιδίου έτους, 1980, έγινε η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου υπό μορφή δωρεάς από την Ενορία Άγιος ‘Ιωάννης στο Ίδρυμα Ελληνική Πολιτιστική Στέγη και μόλις δύο βδομάδες αργότερα, στις 27 Αυγούστου κοινοποιήθηκε επίσημα η έγκριση της αναγνώρισης του Ιδρύματος.

Με αυτή την ημερομηνία και με αριθμό 8020094373 φαίνεται στο Κτηματολόγιο του Κράτους ότι το ακίνητο Odin 21 επί της οδού Idungatan 4 ανήκει στο Ίδρυμα Ελληνική Πολιτιστική Στέγη, ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος.

Οπωσδήποτε η Ελληνική Πολιτιστική Στέγη είχε φθάσει στο πρώτο στάδιο των επιδιώξεών της και ήταν πολλοί τότε που άρχισαν να ελπίζουν ότι το Ίδρυμα Ε.Π.Σ. μπορούσε να γίνει ο ενωτικός κρίκος των Ελλήνων ομογενών στη Στοκχόλμη και κατ’ επέκταση στη Σουηδία. Αυτό ήταν η επιθυμία όλων όσων με μεγάλη ανησυχία έβλεπαν την κομματικοποίηση που σε μεγάλο βαθμό είχε επιφέρει τη διάσπαση των Ελληνικών μεταναστευτικών οργανώσεων στη Σουηδία.

Τα εγκαίνια του Ιδρύματος με Αγιασμό και με προσκεκλημένους τις Ελληνικές και Σουηδικές Αρχές, έγιναν τη Κυριακή στις 7 Δεκεμβρίου 1980.

Ελληνική Πολιτιστική Στέγη Στοκχόλμης (2001), μέρος 2ον

Advertisements