Ελληνική Πολιτιστική Στέγη Στοκχόλμης (2001), μέρος 3ον

Μια δεκαετία χωρίς υπεύθυνη διοίκηση

Η φήμη ότι το επιδοτούμενο Κρατικό δάνειο θα έκανε το Ίδρυμα οικονομικά ανεξάρτητο ― γιατί με απλή λογιστική τα έσοδα από τα δύο κτίρια μαζί με το επίδομα για την καταβολή των τόκων θα αρκούσαν για την κάλυψη των γενικών εξόδων ―, έκανε πολλούς να προστρέξουν στις παρατάξεις τους πρόθυμοι να συμμετάσχουν στο Συμβούλιο του Ιδρύματος.

Τα άτομα αυτά, στην πλειοψηφία τους επιδίωκαν μια θέση που την θεωρούσαν τιμητική χωρίς ωστόσο να γνωρίζουν κάτι για τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που θα έπρεπε ν’ αναλάβουν. Το κρατικό επίδομα που ίσχυε ακόμη για τα διατηρητέα κτίρια μαζί με το πιθανό πλεόνασμα από τα έσοδα ενοικίων θα χρησιμοποιούνταν για τη συντήρηση και ανακαίνιση του κτιρίου επί του δρόμου, αυτού που προορίζονταν κυρίως για τις Πολιτιστικές εκδηλώσεις. Αυτό όμως απαιτούσε κάποια δουλειά και προϋπόθετε ότι το εκάστοτε Δ.Σ. με υπευθυνότητα θα φρόντιζε την διαχείριση του Ιδρύματος. Επί σειρά όμως ετών το Ίδρυμα βρέθηκε σε διαρκή οικονομική κρίση από έλλειψη επιμελούς διαχείρισης. Σύμφωνα με τους όρους της παροχής του επιδόματος, δύο φορές το χρόνο θα στέλνονταν περί τις 300 χιλ. κορ. που θ’ αποτελούσε τη διαφορά του εκάστοτε ισχύοντος επίσημου τόκου, και του 2,35% που ήταν ο τόκος που έπρεπε να πληρώνει ο ιδιοκτήτης.

Αυτό φυσικά με την προϋπόθεση ότι κάποιος αρμόδιος στα οικονομικά του Ιδρύματος θα είχε την ευθύνη να επιβλέπει τις Τραπεζιτικές εντολές και να φροντίζει την έγκαιρη καταβολή των τόκων. Όμως όπως αποδείχθηκε οι καλούμενοι εκλεγμένοι υπεύθυνοι για τα οικονομικά, τα μεν εμβάσματα από τη Υπηρεσία Boverket, που ερχόταν δύο φορές το χρόνο, το εκλάμβαναν σαν επίδομα, από τα πολλά που εκείνο τον καιρό η Πολιτεία σκόρπιζε στις μεταναστευτικές οργανώσεις, τις δε ειδοποιήσεις της Τράπεζας τις άφηναν αναπάντητες και τις περισσότερες φορές αδιάβαστες. Επόμενο ήταν η Τράπεζα να κηρύξει το Ίδρυμα ανεπιθύμητο πελάτη και ν’ αξιώσει δικαστικά τη πληρωμή των χρεών.

Τότε έγινε αυτό που επί χρόνια ακούγεται σαν μεγάλη επιτυχία. Σώθηκε δηλαδή το κτίριο από τον κίνδυνο εκποίησης, γιατί το τότε Δ.Σ. αναζήτησε εγκαίρως και βρήκε μια άλλη Τράπεζα που ανέλαβε τ’ αρχικά δάνεια. Χρειάστηκαν να περάσουν δύο χρόνια για να διαπιστώσει η Εκτελεστική Γραμματεία ότι το Κρατικό επίδομα που ερχόταν δύο φορές το χρόνο είχε πάψει να καταβάλλεται. Όταν η αρμόδια Υπηρεσία ερωτήθηκε γιατί, παρέπεμψε τους ερωτούντες στους ισχύοντες κανονισμούς που σαφώς αναγράφονταν στη σύμβαση περί δανεισμού με εγγυημένο τόκο. Η μεταβίβαση του δανείου σε άλλο δανειοδότη χωρίς τη συμβολή και έγκριση της αρμόδιας Κρατικής Υπηρεσίας θεωρήθηκε ως εξόφληση του χρέους και ακόλουθα απώλεια της περαιτέρω απολαβής του επιδόματος. Το δάνειο εν συνεχεία το ανέλαβε σαν δανειοδότης η νέα Τράπεζα ΗΒ, με υποθήκη την περιουσία του Ιδρύματος, και με τόκο της αγοράς κεφαλαίου που κυμαίνονταν τη δεκαετία του ’90 από 12% έως 14%. Για την πληρωμή των υψηλών τόκων του δανείου η Τράπεζα ενέκρινε κάθε φορά νέα δάνεια με υποθήκη το ακίνητο ώσπου σε λίγα χρόνια το ολικό δάνειο του Ιδρύματος έφθασε στα 10 εκατ. κορώνες, αυτό που ισχύει μέχρι σήμερα.

Ίσως να προσπαθεί κανείς να δικαιολογήσει τους υπεύθυνους στα εκάστοτε Δ.Σ. των συλλογικών οργάνων, λέγοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι νομικές και οικονομικές διαδικασίες ήταν δύσκολες και πολύπλοκες, αν τώρα αυτό αποτελεί δικαιολογία. Αυτοί που δεν έχουν τ’ απαραίτητα προσόντα ή αυτοί που δεν έχουν καιρό ν’ ασχοληθούν με θέματα κοινού ενδιαφέροντος θα πρέπει να μην επιδιώκουν αξιώματα σε θέσεις που απαιτούν εκτός από γνώσεις και ένα μεγάλο βαθμό ευθύνης.

Εδώ θα πρέπει όμως για την ιστορία να διευκρινιστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση πολλοί απ’ αυτούς που αποδέχτηκαν να συμμετάσχουν στο Δ.Σ. του Ιδρύματος, επικαλούνταν γνώσεις ανωτάτων σχολών ή ήταν έμποροι και χωρίς υπερβολή υπήρχαν μεταξύ αυτών επιχειρηματίες μεταφραστικών, δικονομικών και φοροτεχνικών γραφείων.

Στην Ελλάδα για την Πολιτιστική Στέγη

Τα δάνεια που διαδοχικά χορηγούσε η νέα Τράπεζα ΗΒ αρκούσαν για την πληρωμή των τόκων μερικά χρόνια. Η αξία των ακινήτων είχε τον ίδιο καιρό δείξει μια τάση προς ύφεση και η Τράπεζα ειδοποίησε ότι άλλο δάνειο με υποθήκη για το ακίνητο δεν μπορούσε να περιμένει το Ίδρυμα.

Όταν το Κρατικό επίδομα του τόκου σταμάτησε κάποιος ή κάποιοι είχαν την ιδέα ότι η Ελλάδα έπρεπε ν’ ανοίξει τα ταμεία του Κράτους και να επιδοτήσει το Ίδρυμα για την πληρωμή των καθυστερημένων τόκων.
Κατά καιρούς διάφορες επιτροπές αποτελούμενες πάντοτε από εκπροσώπους των πολιτικών παρατάξεων επισκέπτονταν τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα αιτούμενοι διαφορετικά ποσά. Σε μια από τις επισκέψεις προτάθηκε και το ποσό των 500 εκατ. δραχ. ( περί τα 15 εκατ. κορ.) με το σκεπτικό να εξοφληθεί το δάνειο των 10 εκατ, και τα υπόλοιπα 5 εκατ. κορ. να χρησιμοποιηθούν για την ανακαίνιση του μπροστινού κτιρίου που θα ήταν και το κέντρο προβολής του ελληνικού πολιτισμού.

Οι επισκέψεις στην Ελλάδα δεν κατέληγαν μόνο σε αναμνηστικές φωτογραφίες με τους πολιτικούς αρχηγούς και υπουργούς. Πότε-πότε επέφερον κι’ ένα σεβαστό ποσό από το Κρατικό ταμείο. Ύστερα από μια ανάλογη επίσκεψη για τη σωτηρία της Πολιτιστικής Στέγης γεννήθηκε η ιδέα να πωληθεί το εσωτερικό κτίριο με την αιτιολογία ότι έτσι το Δ.Σ. θα εξοικονομούσε πολύτιμο χρόνο και θα μπορούσε ν’ ασχοληθεί με μεγαλύτερο ζήλο στον κύριο σκοπό του Ιδρύματος που είναι η προβολή του ελληνικού πολιτισμού.

Αφού το εσωτερικό κτίριο μετά την ανακαίνιση αποδίδει ένα σεβαστό ετήσιο έσοδο από ενοίκια, η πράξη να πωληθεί ακριβώς το εσωτερικό κτίριο θα παρέμενε αινιγματική γιατί όπως και το λαϊκό γνωμικό λέει ο έξυπνος χωριάτης δεν πουλάει πρώτα την κότα που γεννάει αυγά. Ήλθε όμως σύντομα η εξήγηση ότι το εσωτερικό κτίριο αποτελούσε εμπόδιο στα επιχειρήματα που παραθέτονταν κατά τις επισκέψεις των επιτροπών στην Ελλάδα.

Εξαιτίας του ισοζυγίου που συνήθως έπρεπε να παρουσιάσουν όπου πήγαιναν προέκυπτε ότι το Ίδρυμα είχε και έσοδα. Οι γραφειοκράτες ελεγκτές των οικονομικών του Κράτους ζητούσαν κάθε φορά το ισοζύγιο της Π.Σ., μεταφρασμένο στα ελληνικά και απαιτούνταν η γνησιότητα της μετάφρασης να είναι τεκμηριωμένη με σφραγίδες και υπογραφές υπεύθυνων λογιστών, μελών της ελληνικής παροικίας της Στοκχόλμης. Το κάθε ισοζύγιο απεκάλυπτε ότι το Ίδρυμα ήταν κάτοχος μιας σεβαστής περιουσίας με έσοδα και έξοδα που ξυπνούσαν μια σειρά ερωτημάτων που θα έπρεπε ν’ απαντούνταν εύκολα.

Θα ήταν προτιμότερο να παρουσιάζονταν το πρόβλημα πιο απλά. Με άλλα λόγια, ότι στη Στοκχόλμη υπάρχει ένα Ίδρυμα, η Ε.Π.Σ και δεν έχει άλλα έσοδα εκτός από τις εισφορές των μελών της παροικίας που δεν επαρκούν. Επομένως χρειάζεται η αρωγή της Πατρίδας Ελλάδας για να επιζήσει. Η διαδικασία του νομικού διαχωρισμού των κτιρίων στοίχισε 19.000- Σ. κορ. και όπως αναμένονταν απορρίφθηκε γιατί προσέκρουε σε πολεοδομικές διατάξεις του σουηδικού νόμου.

Τα επιδόματα από την Ελλάδα έρχονταν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και δεν προλάμβαναν πάντοτε να καλύψουν τα διαρκώς αυξανόμενα χρέη των υψηλών τόκων. Μία από τις τράπεζες, η ΗΒ, που είχε το μεγαλύτερο δάνειο με υποθήκη περί τα 7 εκατ. κορ., στις 19.12.1996 με Δικαστική αγωγή κατήγγειλε το Ίδρυμα με αίτημα την καταβολή των καθυστερημένων τόκων που μέχρι τότε είχαν ανέλθει στις 470.000 Σ. κορ. και επί πλέον ζητούσε την απόσβεση ενός μέρους του δανείου, περί τα δύο εκατομμύρια Σ. κορώνες.

Η Πολιτιστική Στέγη στη Βουλή των Ελλήνων

Όταν στις αρχές του 1997 η εκποίηση της περιουσίας του Ιδρύματος φαινόταν να γίνεται αναπόφευκτη η Ομοσπονδία, που επί σειρά ετών φερόταν ότι είχε την όλη ευθύνη της διαχείρισης, σκέφτηκε ότι την τελευταία λύση θα έπρεπε να τη βρει η Πατρίδα Ελλάδα και έφερε την υπόθεση της χρεοκοπίας του Ιδρύματος μέχρι τη Βουλή των Ελλήνων. Ο Υπουργός εξωτερικών κ. Γ. Παπανδρέου την 23/12.1996, σε επερώτηση του Βουλευτή του κόμματος ΔΗΚΚΙ κ. Γεωργίου Ρόκου απάντησε ότι :
«το θέμα της Ελληνικής Στέγης Στοκχόλμης είναι γνωστό γιατί η Ομοσπονδία κατά καιρούς έχει στραφεί σε πολλούς κυβερνητικούς φορείς για χρηματική Βοήθεια. Παρά τις υψηλές επιχορηγήσεις της Γ.Γ.Α.Ε στο παρελθόν το πρόβλημα εξακολουθεί να είναι σήμερα οξυμένο. Η Γ.Γ.Α.Ε αδυνατεί πλέον να επιχορηγεί κονδύλια που προφανώς δεν επαρκούν να λύσουν το πρόβλημα και επομένως πάνε τελικά χαμένα…. Στις 4/12.1996 μέλη του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας είχαν συνάντηση με τη Γ.Γ.Α.Ε και τους υποδείχτηκε τη πώληση των κτιρίων και αφού εξοφληθούν τα δάνεια προς τις Τράπεζες ν’ αγορασθεί ένα φθηνότερο κτίριο».

Εκείνο που προφανώς δεν ήξερε ο Υπουργός ήταν ότι εκείνη τη εποχή η πώληση των κτιρίων σε δημοπρασία δεν θα κάλυπτε παρά μόνο ένα μέρος των χρεών. Επ’ ευκαιρία του Συνεδρίου της Ομοσπονδίας το Φεβρ.1997 ήλθε στη Στοκχόλμη η Διακομματική Επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των κομμάτων της Βουλής στους οποίους ανακοινώθηκε έντυπο με τον τίτλο ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ όπου αναγράφονταν κατηγορηματικά ότι το αναμενόμενο επίδομα από την Ελλάδα δεν είχε έλθει ακόμη και η περιουσία του Ιδρύματος τίθεται σε πλειστηριασμό.

Έτσι, το θέμα της Πολιτιστικής Στέγης, έγινε θέμα των βουλευτών της Διακομματικής Επιτροπής, αυτών που βρίσκονταν στη Στοκχόλμη και κατ’ αυτόν τον τρόπο στο μέλλον η ευθύνη για ό,τι κι αν συνέβαινε με το Ίδρυμα μεταβιβαζόταν στην Ελληνική Πολιτεία. Ένας από τους βουλευτές της Επιτροπής ο κ. Αναστ. Ιντζές προσφέρθηκε να επισκεφθεί προσωπικά τον διευθυντή της επίμαχης Τράπεζας ΗΒ και να ζητήσει την αναβολή της εκποίησης με την διαβεβαίωση ότι αναμένεται ένα επίδομα από την Ελλάδα. Με ημερομηνία 97.04.03 ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Γ. Παπανδρέου έστειλε μια βεβαίωση ότι για τη καταβολή του χρέους των τόκων του δανείου της Τράπεζας ΗΒ θα σταλεί το αντίστοιχο ποσό. Στην ελληνική παροικία της Στοκχόλμης διαδόθηκε ότι χάρις στις ενέργειες της Ομοσπονδίας αποφεύχθηκε η εκποίηση της περιουσίας του Ιδρύματος.

Η παρέμβαση του βουλευτή κ. Αναστ. Ιντζέ συνέβαλε στο γεγονός ν’ αναβληθεί η δικαστική απόφαση για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας της δημοπρασίας από την 21 ως στις 27 Φεβρουαρίου, δηλαδή για μια βδομάδα. Η δε διαβεβαίωση του κ. Υπουργού είχε σαν αποτέλεσμα να συγκατατεθεί ο ενάγων, η Τράπεζα ΗΒ, μόνο στη καταβολή των καθυστερημένων τόκων και ν’ απόσχει από την αξίωση της επιστροφής μέρους του δανείου ήτοι 2,1 εκατ. κορ. Αυτό με την προϋπόθεση ότι η καταβολή θα εγένετο εγκαίρως. Στις 21.03.1997 κοινοποιήθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου ότι η υποθηκευμένη περιουσία του εναγόμενου, Ίδρυμα Ε.Π.Σ, θα τεθεί σε πλειστηριασμό σε χρόνο που η ενάγουσα Τράπεζα ΗΒ προσδιορίσει. Όχι όμως αργότερο από δύο μήνες.

Στις 5 Μαΐου η Τράπεζα ΗΒ κοινοποίησε ότι όλοι οι πιστωτές έχουν ειδοποιηθεί ότι η ημερομηνία πλειστηριασμού είχε καθοριστεί για την ημέρα Παρασκευή 11 Ιουνίου και ώρα 14.00. Ο πλειστηριασμός αναβλήθηκε τις τελευταίες ώρες όταν καταβλήθηκε το ποσό των 600 χιλ. κορ. που αποτελούσε δάνειο από μια άλλη Τράπεζα με προσωπική εγγύηση δύο μελών της παροικίας των Γ. Κακοσαίου και εμού. Από την Ελλάδα, στις 8 Ιουλίου, στάλθηκε το ποσό 212 χιλ. κορ. που δεν θ αρκούσε για την αναβολή της πώλησης σε πλειστηριασμό έστω κι’ αν το έμβασμα στέλνονταν εγκαίρως δηλαδή ένα μήνα νωρίτερα.

Η εξυγίανση της οικονομίας του Ιδρύματος

Αν στις 12 Ιουνίου 1997, πωλούνταν το ακίνητο σε πλειστηριασμό όπως το είχε προδιαγράψει η Τράπεζα ΗΒ τώρα η ιστορία της Ελληνικής Πολιτιστικής Στέγης θ’ ανήκε στο παρελθόν και θα είχε σχεδόν ξεχαστεί. Φυσικά πολλά μέλη της παροικίας μας θα είχαν πάρει το λόγο και θα προσπαθούσαν να εξηγήσουν τι λάθη έκαναν άλλοι που ανήκουν σε άλλη παράταξη από τη δικιά τους, και πώς δεν εισακούστηκαν στις προτάσεις σωτηρίας που είχαν κατά καιρούς προτείνει οι ίδιοι. Όταν τώρα διαδόθηκε ότι ο κίνδυνος της εκποίησης είχε αποφευχθεί άρχισαν να κατατίθενται εκ νέου ιδέες και προτάσεις από διάφορες παρατάξεις.

Ορισμένοι που ποτέ στο παρελθόν δεν έδειξαν άλλο ενδιαφέρον για το Ίδρυμα παρά μόνο με ιδέες, φανταζόταν τώρα τον εαυτόν τους κατάλληλο σε κάποιο αξίωμα της Γραμματείας.

Στη δεκαετία του 1990 δεν μπορούσες να ξέρεις ποιοι στην Ε.Γ. είχαν την ευθύνη του Ιδρύματος. Υπήρχαν μόνο ονόματα σε διάφορα αξιώματα, Προέδρου, Γραμματέα, Ταμία, κι’ αν τους ρωτούσες, έσπευδαν να δηλώσουν ότι είχαν παραιτηθεί. Ωστόσο η οικονομία του Ιδρύματος έπρεπε να εξυγιανθεί το γρηγορότερο δυνατόν. Για το σκοπό αυτό, συγκροτήθηκε μια επιτροπή που σε εθελοντική βάση ανέλαβε τη διεκπεραίωση της τρέχουσας δουλειάς που αποτελούνταν τότε από σωρεία αναπάντητα γράμματα και εκκρεμείς υποθέσεις έναντι των Αρχών και των ενοίκων. Για την εξυγίανση της οικονομίας η απλή λογική έλεγε ότι για το προσεχές μέλλον οι στόχοι θα έπρεπε να είναι δύο. Ο ένας, η μείωση των εξόδων που επί χρόνια το μεγαλύτερο έξοδο ήταν οι τόκοι, και ο άλλος, η αύξηση των εσόδων που θα προέρχονταν από την ενοικίαση των κενών χώρων, κυρίως του κτιρίου επί του δρόμου, και φυσικά σε τιμή αγοράς ενοικίου.

Για τη μείωση των τόκων χρειάστηκαν πολλές χρονοβόρες διαπραγματεύσεις με τους διάφορους δανειστές. Οι διεθνείς οικονομικοί δείκτες των τόκων, επί σειρά ετών, έδειχναν πτώση αλλά τα δάνεια της Π.Σ. ήταν δεσμευμένα μακροπρόθεσμα με υψηλούς τόκους. Από τα συνολικά δάνεια που ανέρχονταν σε δέκα εκατ. κορ. τα επτά συγκεντρώθηκαν εν τέλει σε μια Τράπεζα, τη ΗΒ προς 4,5%, και από τα υπόλοιπα, το 1,5 εκατ. κορ. προς 4% και παρέμεινε μόνο ένα δάνειο περί το 1,3 εκατ. κορ. προς 12% που θα ίσχυε μέχρι τις 6 Μαΐου 2000 οπότε θα έπρεπε ν’ ανατοκισθεί. Τα έξοδα των τόκων είχαν μειωθεί με 600 χιλ.κορ.ετησίως ύστερα από γραφειοκρατική διαδικασία του γράφοντος επικαλούμενος τους κανόνες της αγοράς κεφαλαίου. Η αύξηση όμως των εσόδων που προϋπόθετε την είσπραξη νόμιμων ενοικίων για κάθε μίσθωση μόνιμη ή προσωρινή των χώρων του κτιρίου επί του δρόμου, αποδείχτηκε δύσκολο έργο.

Αυτοί που διεκδικούσαν τη χρήση των χώρων ήταν ως γνωστόν Ελληνικοί Σύλλογοι και Οργανώσεις ή Έλληνες ιδιώτες και η γενική αντίληψη που εξακολουθεί να ισχύει μεταξύ μας είναι ότι το Ίδρυμα είναι ελληνικό και όπως το όνομα αποκαλύπτει είναι Πoλιτιστικό. Επομένως η χρησιμοποίηση των χώρων θα πρέπει να είναι δωρεάν αρκεί η εκδήλωση να καταχωρείται σαν ελληνική. Κατ’ επέκταση η δεξίωση κάποιου ατόμου επ’ ευκαιρία γενεθλίων ή της αποφοίτησής του από μια σχολή πρέπει να θεωρηθεί σαν ελληνική εκδήλωση με πoλιτιστικό χαρακτήρα. Οι Ελληνικοί Σύλλογοι όταν ανακοινώνουν τις εκδηλώσεις των στoυς χώρους της Πολιτιστικής Στέγης όχι μόνο δεν φροντίζουν να βεβαιωθούν αν οι χώροι είναι ελεύθεροι την ημέρα και ώρα που τους θέλουν, αλλά περιμένουν να είναι διακοσμημένοι κατάλληλα για την εκδήλωση που διοργανώνουν, και για πολλούς αρκεί που να έχουν πάρει την υπόσχεση και έγκριση μέλους του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας.

Η διαρκής έλλειψη άρτιου Διοικητικού Συμβουλίου

Το Δ.Σ. της Ε.Π.Σ εδώ και μερικά χρόνια δεν έχει απαρτία και η Εκτ. Γραμματεία, το όργανο που εκλέγεται από το Δ.Σ. και έχει την ευθύνη της διεκπεραίωσης των διοικητικών υποθέσεων αποτελείται από μερικούς εθελοντάς που βρέθηκαν στη θέση των κλειδούχων του Ιδρύματος και δεν ξέρουν σε ποιους να αναφέρονται. Η διαπραγμάτευση των δανείων και ο καθορισμός του ύψους του τόκου και των όρων απόσβεσης, σύμφωνα με το Καταστατικό του Ιδρύματος αλλά και κατ’ απαίτηση των δανειστών Τραπεζών έπρεπε να επικυρωθούν από ένα νόμιμο Δ.Σ. σε ολομέλεια. Με αυτή τη ευκαιρία καθορίστηκε μια Γενική Συνέλευση για την 1ην Νοεμβρίου 1999, για την ανάδειξη ενός Δ.Σ., αποτελούμενο από 17 τακτικά και 17 αναπληρωματικά μέλη, που θα θεωρείται σαν εκλεγμένο και νόμιμο. Το πρώτο και μοναδικό θέμα του Διοικητικού Συμβουλίου θα ήταν η επικύρωση των Τραπεζιτικών δανείων. Η ελπίδα ότι μετά τηn πτώση των εξόδων των τόκων, το μέλλον του Ιδρύματος προμηνυόταν ευοίωνο, οδήγησε μερικούς, ανάμεσα σ’ αυτούς υποψήφιοι διαφόρων παρατάξεων, να προσέλθουν με τη σκέψη ότι θα προτείνονταν για κάποιο σημαίνον αξίωμα.

Σ’ αυτή τη Συνέλευση μετά βίας εξελέγη ένα δεκαεπταμελές Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένων και των απόντων που όμως τα ονόματά τους εκφωνήθηκαν απ’ τον κατάλογο. Το Συμβούλιο αυτό ήταν μόλις αρκετό για τη σύνταξη και υπογραφή των εγγράφων που αξιούν οι Τράπεζες από δανειστές με υποθήκη την ιδιοκτησία τους. Το Δ.Σ. κατ’ ανάγκην κηρύχτηκε κι αυτό προσωρινό, και η Ομοσπονδία ανέλαβε στις αρχές του ερχόμενου χρόνου, το 2000, να συγκαλέσει εκ νέου μια Γενική Συνέλευση από την οποία όπως ορίζει το Kαταστατικό θα εκλέγονταν για τα δύο επόμενα χρόνια ένα άρτιο λειτουργικό Δ.Σ.

Ύστερα από μερικές αναβολές καθορίστηκε η ημερομηνία της Γενικής Συνέλευσης για τις 16 Απριλίου 2000. Είχε ακουστεί στην παροικία ότι αυτή τη φορά θ’ αναδεικνύονταν στο Δ.Σ. νέοι μορφωμένοι άνθρωποι και αμερόληπτοι. Όσοι περίμεναν κάποια αλλαγή το εξέλαβαν σαν μια σωστή προσπάθεια. Υπήρχαν φυσικά και αυτοί που αμφέβαλαν για το αν και αυτή τη φορά δεν είχαν προηγηθεί αλλόκοτες πολιτικές ζυμώσεις μεταξύ των κομμάτων. Ένας κοινός παρατηρητής δεν μπορεί να υπεισέλθει σ’ αυτές και να τις καταλάβει. Ίσως να μη το καταλαβαίνουν ούτε και αυτοί που εκλέγονται για να παίξουν το ρόλο του ουδέτερου συνεργάτου. Στη Συνέλευση της 16ης Απριλίου ― απ’ αυτούς που εξελέγησαν ― μόνο τρεις ήταν οι νέοι. Άσχετα όμως από τον αριθμό, το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό θεωρήθηκε σαν μια καλή αρχή, πολύ περισσότερο που αυτοί ανάλαβαν σημαντικές ευθύνες στη Γραμματεία του Ιδρύματος. Υπήρχαν και μερικοί που επειδή δεν τους υπόδειξε κανένας στο αναμενόμενο δραστήριο Προεδρείο ως αξιόλογους παράγοντες στην παροικία, απεχώρησαν με τη δικαιολογία ότι είχαν αντιληφθεί πράγματα που δεν τα έβρισκαν σωστά.

Η νεοσύστατη Γραμματεία το πρώτο που ανακάλυψε και άφησε να διαδοθεί ευρέως ήταν αυτό που ήταν γνωστό από χρόνια. Δηλαδή ότι το Ίδρυμα στερούνταν σωστής διαχείρισης. Ότι τα κτίρια χρειάζονταν επισταμένη συντήρηση και ότι τα έσοδα από τα ενοίκια και τη μίσθωση των κοινόχρηστων χώρων έπρεπε ν’ αυξηθούν ώστε το σύνολο των εσόδων να καλύπτουν τα γενικά έξοδα. Το έργο αυτό θ’ αναθέτονταν σε μια οικοδομική εταιρεία. Το μεγαλεπήβολο πρόγραμμα δόθηκε στη δημοσιότητα που μεταδόθηκε σε τηλεοπτικά κανάλια στη Σουηδία και στην Ελλάδα. Ευχές και συγχαρητήρια γράμματα, που επί τέλους το
Ίδρυμα θα εύρισκε τρόπο διάσωσης, εισέρρεαν από διάφορες Υπηρεσίες και Υπουργεία. Όσοι όμως πράγματι ήλπιζαν σε κάποια αλλαγή προς το καλύτερο γρήγορα άρχισαν ν’ απογοητεύονται. Η νεοσύστατη Γραμματεία δεν διέθεσε τον ελάχιστο χρόνο που χρειαζόταν για να μελετήσει και να διαπιστώσει σε ποια κατάσταση βρίσκονταν το Ίδρυμα που είχε αναλάβει. Όλα θα τα ανέθεταν σε ειδικές φίρμες και τα χρήματα θα ερχόταν από νέα Τραπεζιτικά δάνεια.

Στις 6 Μαΐου έπρεπε ν’ ανανεωθεί ένα δάνειο 1,3 εκατ. κορ, που ήταν το τελευταίο δεσμευμένο που ακόμη έτρεχε προς 12% . Τα χρέη από καθυστερημένες πληρωμές ανέρχονταν στις 850 χιλ. κορ. και από εμπειρία ήταν γνωστό ότι μόνο με διαρκείς συνεννοήσεις για τμηματικές αποσβέσεις καθησύχαζαν τους δικαιούχους.
Στη Σουηδία η αμέλεια πληρωμής ενός χρέους στην ώρα του, καταγράφεται στα μητρώα κακοπληρωτών και χρειάζονται τρία χρόνια για να διαγραφεί το αδίκημα, έστω κι αν πρόκειται για καθυστερημένη πληρωμή ενός ασήμαντου λογαριασμού όπως η πληρωμή του τηλεφώνου ή του πρόστιμου για απαγορευμένη στάθμευση αυτοκινήτου.

Αυτό το ξέρει και ο πιο απλός πολίτης σ’ αυτή τη χώρα. Για την ΕΠΣ μόλις είχε συμπληρωθεί η τριετία παραγραφής από τα μητρώα κακοπληρωτών. Με την έλευση του καλοκαιριού η νεοσύστατη Γραμματεία του Ιδρύματος αναχώρησε για τις θερινές διακοπές χωρίς να έχει αναθέσει σε κάποιους ή κάποιον να επιτηρεί τουλάχιστον το ταχυδρομείο και να επιμελείται τη στοιχειώδη επιστασία των κτιρίων που οι ενοικιαστές δικαιούνται και αξιούν για τη λειτουργικότητα της κατοικίας των.

Όταν με τη λήξη των θερινών διακοπών τα μέλη της Ε.Γ. συναντήθηκαν και πάλι το δεύτερο ήμισυ του μηνός Αυγούστου, είχαν να μελετήσουν περί τα 250 έγγραφα. Ήταν από Τράπεζες, από Φορολογικές Αρχές, από συνεργεία ή από τεχνίτες που είχαν να λαβαίνουν χρήματα για κάποια δουλειά που είχαν κάνει στο παρελθόν. Όταν τώρα επί τρεις μήνες δεν υπήρχε κανένας να τους απαντήσει στις επιστολές τους ή τηλεφωνικώς να τους καθησυχάσει, οργισμένοι ανάθεταν την οφειλή τους σε Δικονομικά Γραφεία απ’ αυτά που κερδοσκοπούν πιέζοντας τους κακοπληρωτές με μία έγγραφο υπόμνηση κάθε τρίτη μέρα. Χρεώνει μάλιστα τον οφειλέτη με 200 κορ. τη φορά και με πρόσθετο τόκο 24% επί του ποσού του χρέους, υπό την απειλή ότι αν δεν συμμορφωθεί αμέσως και αν δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του θα παραπεμφθεί σε Δικαστική Αγωγή.

Περί τους δέκα το έκαναν και παρ’ όλο που πληρώνονταν τα χρέη με όλες τις επιβαρύνσεις, χρειάστηκαν πολλές εβδομάδες γραφειοκρατικής αλληλογραφίας με τις Δικαστικές Αρχές για ν’ απαλειφθούν απ’ τ’ Αρχεία τα διαμαρτυρόμενα εντάλματα. Το σοβαρότερο απ’ όλα ήταν η απόφαση της Ασφαλιστικής Εταιρείας, της ίδιας που είχε την ασφάλεια των κτιρίων από τότε που χτίστηκαν το 1905. Με χαρακτηριστική σουηδική ολιγόλογη επιστολή διέγραφε από την 1η Αυγούστου 2000 τον πελάτη Ε.Π.Σ. από τους καταλόγους των ασφαλισμένων. Μέσα σε λίγους μήνες επανήλθε η Ε.Π.Σ. στην κατάσταση της πτώχευσης που βρίσκονταν την Άνοιξη του 1997.

Η Ομοσπονδία εκάλεσε και πάλι μια Έκτακτη Συνέλευση και ανέθεσε σε μια προσωρινή Γραμματεία τη διαχείριση των κτιρίων του Ιδρύματος. Αυτοί που αμφέβαλαν για τη σωτήρια αλλαγή της Εκτελεστικής Γραμματείας του Απριλίου δικαιώνονταν. Όπως συνήθως ένας -­ δύο εφρόντισαν ν’ απεκδυθούν των ευθυνών τους για το μέλλον με τη μέθοδο της παραίτησης, επικαλούμενοι οικογενειακούς και επαγγελματικούς λόγους. Αυτοί που προκάλεσαν την κρίση της Στέγης αναζητούσαν τώρα τους ενόχους, για να καταγγείλουν δημοσίως. Με επί κεφαλής την Πρόεδρο ισχυρίζονταν ότι παρεμποδίστηκαν από μερικούς κακόβουλους στο έργο τους, που ήταν η ανάληψη Τραπεζιτικού δανείου αρκετά μεγάλου που θ’ αρκούσε για την εξόφληση των παλαιών χρεών, και την ανακαίνιση των κτιρίων.

Αυτά φυσικά ήταν μόνο προϊόν φαντασίας, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί δανειστής Τράπεζα στη Σουηδία, όταν η εγγύηση αποτελείτο από υποθήκη ακινήτου που βαρύνετο με επίκαιρες περί τις δέκα Δικαστικές Αγωγές διαμαρτυρομένων χρεών, μεταξύ άλλων από τις Τράπεζες από την Φορολογική Υπηρεσία και επιπρόσθετα με την ταπεινωτική διαγραφή του ακινήτου από την Ασφαλιστική Εταιρεία.

Στο σημείο αυτό αναμενόταν μόνο η Δικαστική απόφαση για την κατάσχεση της περιουσίας του Ιδρύματος. Στην κρίσιμη θέση που βρέθηκε το Ίδρυμα, και σαν σανίδα σωτηρίας αποφασίστηκε η ενοικίαση της μεγάλης αίθουσας του τρίτου ορόφου προς μισό εκατομμύριο κορ. το χρόνο με προκαταβολή και με την υποχρέωση του ενοικιαστού να επιμελείται με δικά του έξοδα την ανακαίνιση των χώρων που θα χρησιμοποιεί.

Ακολούθησε νέα δυσαρέσκεια και κατηγορίες για τη στέρηση της καλύτερης αίθουσας από το Ίδρυμα. Αυτή τη φορά που εμπλέκονταν και χρήματα στη συναλλαγή ήταν ευκολότερο για οποιονδήποτε κακοήθη να προσθέτει και τον παράγοντα της κερδοσκοπίας στη μίσθωση της μεγάλης αίθουσας. Θα κατάγγελναν μάλιστα τις οικονομικές ατασθαλίες στον εισαγγελέα.

Ελληνική Πολιτιστική Στέγη Στοκχόλμης (2001), μέρος 4ον

Advertisements