Ελληνική Πολιτιστική Στέγη Στοκχόλμης (2001), μέρος 2ον

Η προεργασία της ανακαίνισης

Ο επόμενος στόχος, μετά την επίσημη ίδρυση της Πολιτιστικής Στέγης, ήταν η συλλογή των απαραίτητων στοιχείων και η σύνταξη των δικαιολογητικών για την έκδοση των αδειών της ανακαίνισης του εσωτερικού κτιρίου. Αν ξέραμε πόσος κόπος και χρόνος θα χρειάζονταν, θα είχαμε εγκαταλείψει από την αρχή οριστικά κάθε προσπάθεια. Η προεργασία περιελάμβανε μεταξύ άλλων νομικών πράξεων και τη σύνταξη σχεδίων, αρχιτεκτονικών και στατικών, και αιτήσεις για συνεδριάσεις με πάμπολλες Κρατικές Υπηρεσίες που έπρεπε η κάθε μία ύστερα από πολύπλοκες διαδικασίες ν’ αποφασίσει και να δώσει την συγκατάθεσή της.

Τελικά η έγκριση του επιδοτούμενου δανείου διήρκησε πέντε χρόνια. Δικαιολογημένα τα ειδικά τεχνικά γραφεία και συνεργεία που ασχολούνται με την διεκπεραίωση τέτοιων τεχνοοικονομικών εργασιών αμείβονται αδρά. Στην δικιά μας την περίπτωση ήταν ακόμη πιο δύσκολο γιατί ήμασταν υποχρεωμένοι να κάνουμε αυτή τη δουλειά μόνοι μας με τη βοήθεια φίλων που είχαν τις απαιτούμενες επαγγελματικές γνώσεις και ικανότητες. Για την ιστορία αυτής της παροικιακής μας υπόθεσης πρέπει εδώ ν’ αναφερθεί ότι πολλοί Έλληνες αλλά και πολλοί φίλοι Σουηδοί που επαγγελματικά κατείχαν γνώσεις σε κάποιο τεχνικό τομέα προσέφεραν αμισθί προσωπική εργασία μεγάλης αξίας.

Εν τέλει, ύστερα από πέντε χρόνια εκδόθηκαν οι απαιτούμενες άδειες καθώς και η έγκριση του δανείου που σύμφωνα με τη νομοθεσία ήταν προσωρινό και έθετε το χρονικό περιορισμό ν’ αρχίσουν οι τεχνικές εργασίες μέσα σε δύο χρόνια από την ημερομηνία της έκδοσης των αδειών.

Η έκδοση των αδειών και η έγκριση του κρατικού επιδοτούμενου δανείου υπό τον όρο του προσωρινού με αναστολή εσήμαινε ότι ο ιδιοκτήτης έπρεπε με δικά του χρήματα να πληρώσει όλα τα έξοδα μέχρι το πέρας των εργασιών και το δάνειο θα καταβάλλονταν μετά το τέλος των εργασιών και τον κρατικό τεχνικό έλεγχο, εκτός φυσικά αν μια Τράπεζα αναλάμβανε τη χρηματοδότηση με ένα προσωρινό δάνειο καλούμενο Οικοδομική Πίστωση.

Εξ αρχής φάνηκε ότι δεν ήταν εύκολη υπόθεση η ανεύρεση μιας Τράπεζας πρόθυμης να χορηγήσει οικοδομική πίστωση για την κάλυψη των εξόδων κατά τη διάρκεια των εργασιών. Όταν ύστερα από πολλές προσπάθειες βρέθηκε η καλούμενη Πιστωτική Τράπεζα, που αργότερα μετονομάστηκε σε Nordbanken για ν’ αναλάβει τον ρόλο του πιστωτού, χαρήκαμε γιατί νομίζαμε ότι αυτό ίσως να ήταν το τελευταίο εμπόδιο και ότι επιτέλους είχαμε φέρει σε πέρας, για τους ελάχιστους πόρους και τα λιγοστά μέσα που διαθέταμε ένα πολύ δύσκολο έργο.

Ένα αναπάντεχο εμπόδιο

Νομίζαμε τότε ότι πέντε ετών κόποι, συνολικά χιλιάδες ώρες εθελοντικής εργασίας από πολλούς ανθρώπους Έλληνες και Σουηδούς είχαν φέρει αίσιο αποτέλεσμα. Κατά την γνώμη μας υπολείπονταν η έναρξη των τεχνικών εργασιών και χρειαζόταν η παρουσία εθελοντών με τεχνικές και οικονομικές γνώσεις για την επίβλεψη των εργασιών. Οι οικονομικές σπατάλες αλλά και τα τεχνικά λάθη που συνήθως προκύπτουν σε κάθε εργολαβική δουλειά είναι γενικό φαινόμενο και απαιτείται εντατική επίβλεψη για να περιοριστούν οι ζημίες σε χαμηλό επίπεδο. Σ’ αυτή τη χρονικά κρίσιμη περίοδο προέκυψε ένα αναπάντεχο εμπόδιο που προέρχονταν από εμάς τους ίδιους.

Η Ομοσπονδία που ανέκαθεν διεκδικεί το ρόλο να είναι ο εκπρόσωπος των Ελληνικών Συλλόγων και Κοινοτήτων στη Σουηδία, επρόβαλε ξαφνικά το αίτημα όχι μόνο να εκπροσωπείται το Ίδρυμα από την Ομοσπονδία αλλά και η κυριότητα της ιδιοκτησίας του Ιδρύματος να φαίνεται ότι ανήκει Νομικά στην Ομοσπονδία.Τα επιχειρήματα που παρουσίαζαν οι υποστηρικτές αυτού του αιτήματος ήταν πολλά και άλλαζαν ανάλογα με το ακροατήριο ή ανάλογα με το πόσο ευκολόπιστος ήταν ο εκάστοτε ακροατής που θα έπρεπε να πειστεί επ’ αυτού. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που ακούγονταν ήταν ότι η Ομοσπονδία, με την ιδιότητα του Επίσημου Οργάνου του Ελληνισμού στη Σουηδία, θα έπρεπε να είναι και ιδιοκτήτης του Κέντρου που προοριζόταν για την προβολή του Ελληνικού Πολιτισμού προς τα έξω.

Οι διάφορες Επιτροπές της Ομοσπονδίας στις επισκέψεις τους στην Ελλάδα θα μπορούσαν με μεγαλύτερο κύρος να ζητούν από τους Έλληνες πολιτικούς την οικονομική αρωγή της Ελληνικής Πολιτείας προς την Πολιτιστική Στέγη. Η άποψη της Ομοσπονδίας ήταν ότι η οικονομική αρωγή της Ελλάδας θα ήταν απαραίτητη για το μέλλον του Ιδρύματος.

Τότε στάθηκε αδύνατον να πειστούν οι πρωτοστάτες αυτής της κίνησης ότι ήταν από άποψη χρόνου η πλέον ακατάλληλη στιγμή η αλλαγή της ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο του Κράτους. Η μεταβίβαση της κυριότητας περιουσιακών στοιχείων Νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που είναι τα Ιδρύματα, το ξέρει ο καθένας ότι απαιτούν χρονοβόρες και λεπτομερείς διαδικασίες. Η έκδοση άλλωστε των αδειών της ανακαίνισης και η έγκριση του κρατικού επιδοτούμενου δανείου έπρεπε να χρησιμοποιηθούν εγκαίρως γιατί είχαν περιορισμένη χρονική ισχύ.

Εκτός αυτού η απλή λογική έλεγε ότι τα εκδοθέντα δάνεια και οι τεχνικές άδειες δεν θα μπορούσαν αυτόματα να έχουν ισχύ για τον επόμενο ιδιοκτήτη σε περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου. Όλα όμως αυτά θεωρούνταν προσχήματα χωρίς καμιά πραγματική σημασία. Όσο αστείο κι αν φαίνεται υπήρχαν και αυτοί που στη φαντασία τους είχαν υψηλές διασυνδέσεις σε υπουργικά και πρωθυπουργικά επίπεδα, και οτιδήποτε δυσκολίες ή εμπόδια προέκυπταν στο μέλλον θα ήταν σε θέση να τα λύσουν μ’ ένα τηλεφώνημα.

Η σκηνοθεσία της πώλησης

Οι επινοητές της μεταβίβασης της ιδιοκτησίας είχαν σκεφτεί και την τήρηση των καλούμενων Δημοκρατικών Διαδικασιών. Δύο θα υποδύονταν την ιδιότητα των εξουσιοδοτημένων πωλητών από μέρους του ιδιοκτήτου και δύο την ιδιότητα του αγοραστού που θα ήταν η Ομοσπονδία. Άλλοι δύο με τον εύκολο ρόλο των μαρτύρων που δια της υπογραφής των θα βεβαίωναν το γνήσιο των συμβολαίων.

Τα πάντα είχαν επινοηθεί να γίνουν όπως το φαντάζονταν Νομότυπα. Η απόφαση θα λαμβανόταν με πλειοψηφικό σύστημα σε Γενική Συνέλευση που είχε καθοριστεί για τις 17 Μαρτίου 1985. Άγνωστο ποιοι θα έπρεπε να κληθούν στη Συνέλευση. Στη συνέχεια ορίστηκε ότι σε περίπτωση μη απαρτίας, που άγνωστο επίσης βάσει ποιου Καταστατικού, έπρεπε να είναι το λιγότερο 21 παρόντες. Αν τότε δεν παρευρίσκονταν οι 21 θα επαναλαμβάνονταν η Συνέλευση μετά από μία ώρα και τότε η απόφαση θα ήταν Νομικά έγκυρη.

Τη Συνέλευση καλούσε ένας Ελληνικός Σύλλογος με την επωνυμία Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, και με την επεξήγηση ότι αυτός ο Σύλλογος είναι η συνέχιση της Ενορίας με την ίδια επωνυμία που ήταν και ο αρχικός ιδιοκτήτης. Στη Συνέλευση ήταν παρόντες 25 ώστε δεν χρειάστηκε η αναβολή μετά από μία ώρα. Πρώτα τέθηκε η ερώτηση προς ψήφιση. Αν η Συνέλευση συμφωνεί να μεταβιβαστεί η ιδιοκτησία του Ιδρύματος. Έπειτα η ερώτηση αν η Συνέλευση συμφωνεί να μεταβιβαστεί η ιδιοκτησία του Ιδρύματος στην Ομοσπονδία. Το αποτέλεσμα ήταν 11 ναι, 8 όχι, και 6 λευκά.

Η πρόταση για μεταβίβαση έγινε νομικά αποδεκτή. Άλλο τώρα ότι αυτός ο Ελληνικός Σύλλογος με το όνομα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου ποτέ δεν είχε στην κυριότητά του αυτό το ακίνητο. Η Ενορία με την ίδια επωνυμία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου είχε μεν την ιδιοκτησία στο παρελθόν αλλά σύμφωνα με το Κτηματολόγιο την είχε μεταβιβάσει στο Ίδρυμα Ελληνική Πολιτιστική Στέγη, στις 14.08.1980. Με την ίδια λογική θα μπορούσε οποιοσδήποτε να πουλάει ή ν’ αγοράζει περιουσίες χωρίς να χρειάζεται να προσκομίσει στοιχεία ιδιοκτησίας. Όσοι προσπάθησαν, προς αποφυγή γελοιοποίησης, να σταματήσουν αυτή τη πώληση παρωδία, παραγκωνίζονταν εύκολα με τη μομφή του διασπαστού του ελληνικού μεταναστευτικού κινήματος, που άφηνε να εννοηθεί ότι η παρουσία στην ελληνική παροικία του κάθε διαφωνούντα εξυπηρετούσε κάποια φιλοχουντικά συμφέροντα.

Στη σκηνοθεσία της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της 17.3.1985 και στην απόφαση της Συνέλευσης που αφορούσε την πώληση του ακινήτου ανάγεται η άποψη που διαδόθηκε ευρέως κι ακούγεται ως τώρα ότι τα κτίρια της Ελληνικής Πολιτιστικής Στέγης είναι πλέον ιδιοκτησία της Ομοσπονδίας.

Ιδιοκτησία χωρίς ιδιοκτήτη

Η Ομοσπονδία δεν χρειάστηκε ποτέ να λάβει απάντηση από το Κτηματολόγιο του Κράτους ότι μόνο στη φαντασία μερικών ανίδεων έγινε ιδιοκτήτης του ακινήτου. Οι αποφάσεις και τα πρωτόκολλα της καλούμενης πώλησης δεν προωθήθηκαν πιο πέρα από τα χέρια των διοργανωτών της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης με ημερομηνία 17 Μαρτίου 1985 που αφορούσε την μεταβίβαση της κυριότητας των κτιρίων.

Με τον χρόνο και με την αλλαγή των παραταξιακών συνδυασμών στη σύσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας η Πολιτιστική Στέγη έπεσε στη λήθη. Ξεχάστηκε ακόμη και ποιοι είχαν παραλάβει τα επίσημα έγγραφα αποφάσεων και τα πρωτόκολλα για διαφύλαξη. Ακόμη και ποιοι είχαν αναλάβει την νομική διαδικασία για την περαιτέρω καταγραφή στο Κτηματολόγιο του Κράτους.

Όταν πλησίαζε το τέλος του έτους 1986 οι Αρχές υπενθύμιζαν με συστημένα γράμματα ότι οι άδειες δεν θα έχουν ισχύ στο μέλλον, αν οι εργασίες δεν θ’ άρχιζαν έως το τέλος του έτους. Τότε κινητοποιήθηκαν οι υπεύθυνοι της Ομοσπονδίας προς αναζήτηση των εγγράφων της Πολιτιστικής Στέγης. Οι υποψίες ότι τα επίσημα αυτά έγγραφα λόγω της σπουδαιότητος που είχαν πρέπει να ήταν φυλαγμένα στο χρηματοκιβώτιο επαληθεύθηκε όταν ένας ειδικός κλειδαράς άνοιξε την πόρτα. Γιατί κανένας δεν θυμόταν ποιος ήταν ο τελευταίος που είχε τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου.

Επτά βδομάδες μόνο υπολείπονταν ως ότου θα έληγε η ισχύς των δανείων και των οικοδομικών αδειών. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια πρώτα για την έγκαιρη μετακόμιση των ενοικιαστών που την ευθύνη τότε την είχε η ειδική Κρατική Υπηρεσία Στέγασης, κι’ έπειτα για την ανεύρεση και εκλογή εργολάβων και τεχνικών συνεργείων για την έναρξη των εργασιών στις ταχτές ημερομηνίες.

Η ανακαίνιση διήρκησε μέχρι τον Οκτώβριο του 1987, και για την ιστορία, το Ίδρυμα είναι η τελευταία περίπτωση κτιρίου που επισκευάστηκε στη Σουηδία με ευνοϊκά κρατικά δάνεια, σύμφωνα με τη νομοθεσία στέγασης που ίσχυε από το 1932. Η επισκευή συνέβαλε στο ν’ αυξηθούν τα ολικά έσοδα από τα ενοίκια και ν’ ανέρχονται από τότε στα περίπου 1, 1 εκατ. κορ. ετησίως, εκ των οποίων οι 850 χιλ. κορ. από το εσωτερικό κτίριο.
Με τη συνεργασία και συμβολή της Υπηρεσίας Εθνικών Μουσειακών Κτιρίων είχε προγραμματισθεί στη συνέχεια η ανακαίνιση του κτιρίου επί του δρόμου, το οποίο είναι εγγεγραμμένο σαν διατηρητέο Α’ κατηγορίας. Η επιδότηση αυτής της κατηγορίας κτιρίων ανέρχονταν τότε στα 90% του κόστους εργασιών για ορισμένες επισκευές που είχαν σχέση με τη διατήρηση του αρχιτεκτονικού ύφους του κτιρίου.

Από το 1988 η επιδότηση ανακαίνισης διατηρητέων κτιρίων περιορίστηκε σημαντικά. Τ’ αρχιτεκτονικά σχέδια με τα συνοδευτικά έγγραφα και τις αιτήσεις από το Ίδρυμα Ελληνική Πολιτιστική Στέγη, κατατέθηκαν καθυστερημένα στις αρμόδιες Υπηρεσίες και το μόνο ποσό που εγκρίθηκε και μάλιστα μετά δυσκολίας ήταν 148.000 κορ. για την επισκευή των παραθύρων της πρόσοψης.

Η κυριότητα των κτιρίων της Πολιτιστικής Στέγης

Είχαν περάσει εννέα χρόνια από τότε που άρχισαν οι ενέργειες για την έκδοση των αδειών της ανακαίνισης και την έγκριση του επιδοτούμενου κρατικού δανείου. Τα έγγραφα, τα τεχνικά σχέδια τα πρωτόκολλα και γενικά η αλληλογραφία των πολλών και διάφορων Υπηρεσιών που με τα χρόνια συσσωρεύθηκαν καλύπτουν έκταση μερικών μέτρων στα ράφια του Αρχείου του Ιδρύματος.

Ύστερα από τον τεχνικό έλεγχο που έκαναν οι διάφορες Τεχνικές Υπηρεσίες εκδόθηκε η τελική οριστική απόφαση στις 19 Απριλίου 1989 η οποία αναφέρεται στους όρους της Κρατικής επιχορήγησης. Το δάνειο ανέρχεται σε 5.636.000 — Σ.κορ., είναι για 30 χρόνια με απόσβεση 1/ 30 κατ’ έτος και με εγγυημένο τόκο 2,35%.
Μετά τον πρώτο χρόνο θ’ αυξανόταν ο τόκος με 0,25% το χρόνο καθ’ όσο το δάνειο θα εξοφλούνταν με 1/30 κάθε χρόνο. Σε αριθμούς π.χ. αυτό σημαίνει ότι ύστερα από δέκα χρόνια ο μεν τόκος θα έφθανε στα 2,35+ 2,50 = 4,85%, το δε δάνειο θα είχε μειωθεί στο ίδιο χρονικό διάστημα με το ένα τρίτο του αρχικού ποσού.

Με τη λήξη των εργασιών της ανακαίνισης του εσωτερικού κτιρίου και με την οριστική έγκριση του κρατικού δανείου, επανήλθε στην επικαιρότητα το ποιος έχει ή μάλλον ποιος θα πρέπει να έχει τη κυριότητα των κτιρίων της Πολιτιστικής Στέγης. Στο περιοδικό «Μεταναστευτικά Νέα» αρ. 199 παράγων της Ομοσπονδίας έγραφε σχετικά με τη περιουσία της Πολιτιστικής Στέγης: Πάρθηκε στο παρελθόν μια απόφαση να δοθεί στην Ομοσπονδία η περιουσία του Ιδρύματος αλλά τελικά δεν δόθηκε ποτέ. Η Ομοσπονδία καλούνταν λοιπόν να διαχειριστεί ξένη περιουσία και δεν το έκανε και καλά έκανε. Η Ομοσπονδία και μπορούσε και μπορεί και θα μπορεί στο μέλλον να διαχειριστεί ένα τέτοιο κτίριο. Ας δώσουν το σπίτι στην Ομοσπονδία, που είναι και η μόνη σωστή λύση, και αυτή θαυμάσια μπορεί να το διαχειριστεί. Για όσους αμφιβάλλουν Ιδού η Ρόδος ιδού και ……. και ασφαλώς θα εννοούσε το πήδημα.

Αν τώρα με το πήδημα εννοούσε την επανάληψη της παρωδίας της πώλησης του Μαρτίου 1985, τότε ας θυμηθούμε ότι δεν ήταν καθόλου εύκολο πήδημα.

Αυτή τη φορά δεν αρκούσε μια Γενική Συνέλευση με τουλάχιστον 21 παρόντες που θ’ αναγράφονταν σ’ ένα αποκαλούμενο Επίσημο Πρωτόκολλο, ότι δηλαδή τουλάχιστον οι μισοί απ’ τους παρόντες συν ένα επιθυμούσαν την μεταβίβαση της περιουσίας της Πολιτιστικής Στέγης. Αυτή τη φορά δεν βρέθηκαν οι τέσσερις καλόπιστοι εθελοντές, πρόθυμοι να υποδυθούν τους ρόλους των πωλητών και των αγοραστών ελπίζοντας ότι θα έπειθαν τις Αρχές στο Κτηματολόγιο του Κράτους για το γνήσιο αυτής της Νομικής πράξης αγοραπωλησίας.

Επινοήθηκε όμως μια άλλη μέθοδος που θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς την ανάμιξη των Αρχών της Πολιτείας. Ήταν η μέθοδος της αναθεώρησης του Καταστατικού του Ιδρύματος. Μια μέθοδος που χρησιμοποιείται με επιτυχία κάθε φορά που κάποιοι έχουν κατά νου άλλους κρυψίνους σκοπούς. Το Καταστατικό του Ιδρύματος είχε συνταχθεί με την βοήθεια Σουηδών νομομαθών και είχε εγκριθεί από τις Διοικητικές Αρχές της Πολιτείας. Το Δ.Σ. αποτελούμενο από 17 μέλη, εκπροσώπους των ελληνικών μεταναστευτικών οργανώσεων και κοινοτήτων θα ήταν το κύριο όργανο του Ιδρύματος. Επτά εκλεγμένοι από το Δ.Σ. των 17 θα αποτελούσαν την καλούμενη Εκτελεστική Γραμματεία ( Ε.Γ. ) που θα είχε την ευθύνη της εκπροσώπευσης του Ιδρύματος έναντι των Αρχών, σουηδικών και ελληνικών, και φυσικά και την ευθύνη της τρέχουσας διεκπεραίωσης των υποθέσεων του Ιδρύματος.

Τώρα όμως με την αλλαγή, η Ομοσπονδία, το κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικό όργανο των ελληνικών οργανώσεων και κοινοτήτων , θα υποδείκνυε τους εννέα από τους 17 του Δ.Σ. Μόνο όσοι ήταν κατατοπισμένοι στον τρόπο της λειτουργίας των καλουμένων παρατάξεων μπορούσαν να εξηγήσουν, ο καθένας με το δικό του τρόπο, για ποιο λόγο όλο αυτό το ενδιαφέρον για την αλλαγή του Καταστατικού του Ιδρύματος, που κατέληξε να είναι αμφιλεγόμενο και να γεννά από τότε το βασικό ερώτημα–­ Ποιο Καταστατικό ισχύει. Η εκδοχή που από τότε έχει βρει την μεγαλύτερη ανταπόκριση μεταξύ των Ελλήνων, είναι ότι η Ομοσπονδία που υποδεικνύει τους εννέα από τους 17 του Δ.Σ., έχει και την πλειοψηφία, επομένως και την όλη ευθύνη της διοίκησης της Πολιτιστικής Στέγης. Με τη λογική αυτής της ερμηνείας έχει και την κυριότητα της περιουσίας του Ιδρύματος.

Ελληνική Πολιτιστική Στέγη Στοκχόλμης (2001), μέρος 3ον

Advertisements